Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Ψυχοκοινωνική προσαρμογή των μαθητών προσχολικής και σχολικής ηλικίας

Κατασκευή και στάθμιση διερευνητικών/ ανιχνευτικών εργαλείων


(α). Κοινωνική επάρκεια

Η κοινωνική επάρκεια θεωρείται ως η ικανότητα της αλληλεπίδρασης με τους άλλους σε ένα δεδομένο κοινωνικό πλαίσιο με συγκεκριμένους τρόπους που είναι κοινωνικά αποδεκτοί, λειτουργικοί και μη επιβλαβείς για τους άλλους. Έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες στη γλώσσα ενδέχεται να διαθέτουν ανεπαρκείς κοινωνικές δεξιότητες και να παρουσιάζουν δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και ακατάλληλη κοινωνική συμπεριφορά. Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να οδηγήσουν στη διαμόρφωση αρνητικής εικόνας για τον εαυτό, σε έλλειψη αποδοχής από τους συνομηλίκους ή σε αδεξιότητα σε κοινωνικές καταστάσεις (Πολυχρόνη, Χατζηχρήστου & Μπίμπου, υπό έκδοση. Δόικου, 2002. Hatzochristou & Hopf, 1993). Η επάρκεια στις κοινωνικές δεξιότητες συντελεί στην εμφάνιση λειτουργικών συμπεριφορών οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος και σε κοινωνικές προσδοκίες κατάλληλες για την ηλικία του παιδιού. Οι κοινωνικές δεξιότητες μπορεί να περιλαμβάνουν τομείς όπως σχέσεις με συνομηλίκους, σχέσεις με γονείς και εκπαιδευτικούς, εκτέλεση καθηκόντων και σχολική προσαρμογή. 

Ο συγκεκριμένος τομέας αξιολογεί τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του παιδιού αναφορικά με τα παρακάτω κριτήρια: 

· διαπροσωπική επικοινωνία (π.χ. το παιδί επιδοκιμάζει τους συνομηλίκους του, τους προσκαλεί στο παιχνίδι, προσφέρει βοήθεια),
· συνεργασία (π.χ. βοηθάει τους άλλους, μοιράζεται),
· αυτοέλεγχο (π.χ. έλεγχος θυμού, συμβιβασμός σε καταστάσεις συγκρούσεων),
· δεξιότητες διεκδίκησης (π.χ. αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ζητάει πληροφορίες, ξεκινάει μια συζήτηση),
· δεξιότητες συμμόρφωσης (π.χ. ακολουθεί κανόνες, ακολουθεί οδηγίες)

(β). Σχολική προσαρμογή

Για την απόκτηση γνώσεων και την καλή προσαρμογή στο σχολικό πλαίσιο αυτό που απαιτείται από τους μαθητές, εκτός από τις βασικές δεξιότητες ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής, είναι να έχουν και να χρησιμοποιούν συγκεκριμένες δεξιότητες και χαρακτηριστικά που αφορούν στην προσεκτική παρακολούθηση στο μάθημα, την ικανότητα να οργανώνουν τη μαθησιακή τους προσπάθεια ακολουθώντας συγκεκριμένα στάδια και να ολοκληρώνουν εργασίες. Έχει διαπιστωθεί ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες δυσκολεύονται στην οργάνωση της μελέτης, στον καθορισμό του τρόπου προσέγγισης του κειμένου ή της όποιας πηγής πληροφοριών και στη συλλογή των απαραίτητων πληροφοριών τις οποίες καλούνται να "μάθουν". Καθώς τα περισσότερα μαθήματα του σχολείου βασίζονται σε μια μορφή ανάγνωσης, η μάθηση για τους μαθητές αυτούς είναι μια δύσκολη και επίπονη προσπάθεια. Έτσι ο μαθητής βλέπει πως ενώ προσπαθεί και κουράζεται (ίσως περισσότερο από ότι οι υπόλοιποι συμμαθητές του), οι προσπάθειές του είναι αναποτελεσματικές με συνέπεια την απογοήτευση και την "απόσυρσή" του από τη μαθησιακή διαδικασία και τη σχολική ζωή, γενικότερα.

Ο συγκεκριμένος τομέας αξιολογεί τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του παιδιού αναφορικά με τα παρακάτω κριτήρια:

· σχολική αποτελεσματικότητα (π.χ. ολοκληρώνει τις εργασίες του, ακούει τις οδηγίες του εκπαιδευτικού, φέρνει μαζί του τα σχολικά είδη που του είναι απαραίτητα ),
· νοητικός σχεδιασμός (π.χ. αποφασίζει πριν κάνει κάτι τι χρειάζεται να γνωρίζει και πώς θα το βρει, αποφασίζει ποιο πρόβλημα είναι το σπουδαιότερο και θέτει προτεραιότητες),
· σχολική προσαρμογή (π.χ. προσέχει στο μάθημα, ακούει προσεκτικά και ακολουθεί οδηγίες από εκπαιδευτικό προσαρμόζεται στις διαφορετικές απαιτήσεις -γνωστικές και συμπεριφοράς- στο σχολικό περιβάλλον ),
· κίνητρα (π.χ. αιτιακές αποδόσεις, μεταγνωστικές στρατηγικές)

(γ). Συναισθηματική επάρκεια

Παρόλο που η φύση της σχέσης ανάμεσα στη δυσλεξία και τους συναισθηματικούς παράγοντες δεν έχει σαφώς διευκρινιστεί, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες συσχετίζονται με δευτερογενή προβλήματα συμπεριφοράς και συναισθηματικές δυσκολίες καθώς και με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Έχει διαπιστωθεί ότι τα θετικά συναισθήματα και αποτελεσματική διαχείριση του στρες ενδέχεται να συντελούν στην βελτίωση της επίδοσης σε δοκιμασίες μνήμης, διάκρισης και εκμάθησης νέων πληροφοριών, συνεπάγονται πιο αποτελεσματική χρήση του γνωστικού υλικού, και συμβάλλουν στην πιο αποτελεσματική αφομοίωση νέων πληροφοριών και στην οργάνωση των παλαιών. 

Ο συγκεκριμένος τομέας αξιολογεί τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του παιδιού αναφορικά με τα παρακάτω κριτήρια:

· διαχείριση συναισθημάτων (διατηρεί τον έλεγχο όταν κάποιος τον/την πειράζει),
· ενσυναίσθηση (δείχνει ενδιαφέρον και σεβασμός για τα συναισθήματα των άλλων),
· προσαρμοστικότητα (είναι ελαστικός, και προσαρμόζεται εύκολα στις αλλαγές),
· συναισθηματική αντίληψη ( έχει την ικανότητα αντίληψης των συναισθημάτων του),
· αποτελεσματική διαχείριση του στρες 

(δ). Αυτοαντίληψη 

Οι μαθησιακές δυσκολίες σε πολύ μεγάλο βαθμό προκαλούν απογοήτευση και θυμό στα παιδιά, τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τη δική τους έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους αλλά και την επίγνωση ότι η χαμηλή τους πρόοδος, αποτελεί συχνά επίκεντρο του σχολιασμού και της αρνητικής κριτικής των άλλων. Έχει επισημανθεί ότι τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση όχι μόνο σε σχέση με την επίδοσή τους στα μαθήματα αλλά και στις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους και τους ενηλίκους και στην γενικότερη θεώρηση του εαυτού. 

Ο συγκεκριμένος τομέας αξιολογεί τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του παιδιού αναφορικά με τα παρακάτω κριτήρια:

· αντίληψη για την ικανότητα μάθησης,
· αντίληψης για την επίδοση στα μαθήματα,
· αντίληψη για τις διαπροσωπικές σχέσεις (π.χ. σχέσεις με εκπαιδευτικούς και γονείς),
· γενική αντίληψη του εαυτού - αυτοεκτίμηση 

(ε). Προβληματική Συμπεριφορά

Αποτελέσματα ερευνών δείχνουν την ύπαρξη προβλημάτων ενδοπροσωπικής και διαπροσωπικής προσαρμογής σε παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες (Handwerk & Marshall, 1998). Η συνύπαρξη των προβλημάτων αυτών με τις μαθησιακές δυσκολίες συνήθως εντείνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί στη ανάγνωση και τη γραφή και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην ενήλικη ζωή (π.χ. παραβατικότητα). Ως προς την εσωτερικευμένη συμπεριφορά, έχει τεκμηριωθεί ότι η ψυχολογική πίεση που βιώνουν τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ως αποτέλεσμα της ματαίωσης που βιώνουν από τη συνεχή προσπάθεια που καταβάλλουν προκειμένου να επιτύχουν μια ικανοποιητική επίδοση, καθιστά τα παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα. Από τους πλέον σημαντικούς προστατευτικούς παράγοντες για την ενδοπροσωπική προσαρμογή του παιδιού θεωρείται η αυτοεκτίμηση και η αντίληψη του εαυτού. Επιπλέον, όσον αφορά στην εξωτερικευμένη συμπεριφορά, οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν συσχετιστεί με υπερδραστηριότητα, παρορμητικότητα, διάσπαση προσοχής, αντικοινωνική συμπεριφορά και με διαταραχές διαγωγής και παραβατικότητα.

Ο συγκεκριμένος τομέας αξιολογεί τις δυσκολίες του παιδιού αναφορικά με την:

· εξωτερικευμένη συμπεριφορά (αντικοινωνική/επιθετική συμπεριφορά, εναντιωτική συμπεριφορά),
· εσωτερικευμένη συμπεριφορά (άγχος, κατάθλιψη, μελαγχολία, φόβοι, απόσυρση),
· υπερκινητικότητα/παρορμητικότητα


Το εργαλείο ανίχνευσης ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των μαθητών / τριών προσχολικής και σχολικής αγωγής θα κατασκευαστεί από τον Τομέα Ψυχολογίας του Τμήματος ΦΠΨ του Πανεπιστημίου Αθηνών και για το σκοπό αυτό έχει ήδη υπογραφεί συμφωνητικό συνεργασίας με το Πανεπιστήμιο Πατρών.

Σκοπός του εργαλείου 

Ο σκοπός του προτεινόμενου εργαλείου είναι η ανίχνευση κοινωνικών, συναισθηματικών δυνατοτήτων και δυσκολιών καθώς και προβλημάτων συμπεριφοράς μαθητών προσχολικής ηλικίας και σχολικής ηλικίας έτσι ώστε να εντοπιστούν έγκαιρα προβλήματα σε συγκεκριμένους τομείς που μπορεί να αποτελέσουν πιθανούς προγνωστικούς δείκτες για τη μετέπειτα σχολική επάρκεια και προσαρμογή του παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες. 

Τα επιμέρους κριτήρια (κλίμακες) του εργαλείου

Το εργαλείο «ανίχνευσης της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής μαθητών προσχολικής και σχολικής ηλικίας» αποτελείται από μια συστοιχία δοκιμασιών οι οποίες αξιολογούν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, συναισθηματικών δεξιοτήτων και προβλημάτων συμπεριφοράς. Αποτελεί ανάγκη να αξιολογηθούν όλες οι διαστάσεις που σχετίζονται με την ψυχοκοινωνική προσαρμογή έτσι ώστε να εντοπιστούν μαθητές με δυσκολίες μάθησης που βρίσκονται σε κίνδυνο εμφάνισης ψυχοκοινωνικών προβλημάτων καθώς και οι πιθανοί παράγοντες που δρουν προστατευτικά στην προσαρμογή των μαθητών μέσα στο σχολικό πλαίσιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...