Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Ο επιστημονικός αναλφαβητισμός και ο ρόλος της δημοσιογραφίας

Πόσο εφικτή (ή επιθυμητή) είναι η «εκλαΐκευση» της επιστήμης;
   

   Στις 14 και 15 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη διεθνές επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Μέσα & έξω από το εργαστήριο: επιστήμη και τεχνολογία στη δημόσια σφαίρα». Τη διοργάνωση του συνεδρίου ανέλαβε, με απρόσμενη ομολογουμένως επιτυχία (δεδομένων των πενιχρών οικονομικών πόρων), το τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το CERN, το μεγαλύτερο στον κόσμο Ευρωπαϊκό Κέντρο Σωματιδιακών Ερευνών, και τον Δήμο Θεσσαλονίκης.
  Ανάμεσα στους Ελληνες ειδικούς δημοσιογράφους που κλήθηκαν να συμμετάσχουν με ξεχωριστή εισήγηση σε αυτό το ενδιαφέρον συνέδριο ήταν και ο γράφων. Στην προσωπική μας εισήγηση θέσαμε το ερώτημα αν η «μετάφραση» του επιστημονικού ιδιωματικού λόγου στην καθημερινή γλώσσα αποτελεί όντως την αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη διάδοση και κυρίως την οικειοποίηση της επιστημονικής σκέψης από το, εξ ορισμού, μη ειδικό κοινό.
   Η διάδοση στο ευρύτερο κοινό των κατακτήσεων, των δυνατοτήτων και των εφαρμογών της επιστημονικής γνώσης αποτελεί όντως ζωτική ανάγκη κάθε σύγχρονης κοινωνίας που προσδιορίζεται, αυτάρεσκα, ως «επιστημονική-τεχνολογική».
  Ωστόσο, αυτή η κοινωνική ανάγκη για επιστημονική ενημέρωση σκοντάφτει σε δύο φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια: στην εγγενή αδιαφάνεια και άρα στη δυσκολία κατανόησης των επιστημονικών εννοιών και μεθόδων από το μη ειδικό κοινό, κυρίως όμως στις ατυχείς ή και ολότελα παραπλανητικές εκλαϊκευτικές στρατηγικές που πολύ συχνά υιοθετούνται από τους επίδοξους εκλαϊκευτές (επιστήμονες ή ειδικούς δημοσιογράφους).
   Ομως, το πραγματικό πρόβλημα και το βασικό εμπόδιο στη διάδοση της επιστημονικής γνώσης είναι η ίδια η ιδέα της «εκλαΐκευσης». Με άλλα λόγια, η «αφ’ υψηλού» και επιλεκτική μεταφορά μέρους της επιστημονικής περιπέτειας από τους λίγους (που γνωρίζουν) στους πολλούς (που αγνοούν).
   Πρόκειται αναμφίβολα για μια ελιτίστικη προσέγγιση η οποία, αφενός, υποτιμά την ίδια την πράξη -αλλά και την αξία- της επιστημονικής ενημέρωσης και, αφετέρου, αδικεί καταφανώς τις γνωσιακές ικανότητες του μη ειδικού κοινού.
  Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να υπερβούμε τα επικοινωνιακά αδιέξοδα του παρελθόντος, καθώς και τον νέο γνωστικό σκοταδισμό που δημιουργεί η υποκριτική και παραπλανητική πρακτική της «εκλαΐκευσης». Αντίθετα έχει ζωτική σημασία, τόσο για την κοινωνία όσο και για την επιστήμη, να επενδύσουμε όχι στην εκλαΐκευση αλλά στην ευρύτερη δυνατή διάδοση του επιστημονικού τρόπου σκέψης.
   Και ό,τι διαφοροποιεί την «εκλαΐκευση» των επιστημονικών πληροφοριών και ειδήσεων από τη «διάδοση» του επιστημονικού τρόπου σκέψης και πολιτισμού δεν είναι μόνο το τι επιλέγουμε να γνωστοποιήσουμε αλλά και το πώς το παρουσιάζουμε στην κοινωνία.
   Πράγματι, ένα από τα μεγάλα στοιχήματα του 21ου αιώνα είναι η ευρύτερη δυνατή διάδοση του επιστημονικού πολιτισμού. Μόνο έτσι ενδέχεται να υπερβούμε το χάσμα ανάμεσα στην επιστήμη και την κοινωνία, καταστροφικό και για τις δύο.

   Επειδή η έγκυρη επιστημονική ενημέρωση δεν είναι μόνο «αγαθό» αλλά κοινωνική ανάγκη ζητήσαμε από τον καθηγητή Γρηγόρη Πασχαλίδη, πρόεδρο του Τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, να μας μιλήσει για την εμπειρία του από το πρόσφατο συνέδριο, αλλά και για τη σημασία, τα προβλήματα, τις προοπτικές της επιστημονικής δημοσιογραφίας στον τόπο μας.


Ποιους στόχους θέσατε όταν το Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει το απαιτητικό διεθνές συνέδριο, και πώς συνέβαλαν το CERN και ο Δήμος Θεσσαλονίκης στην υλοποίησή του;

   Ηδη από την εποχή της -Βιομηχανικής Επανάστασης, όταν οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις άρχισαν να μεταμορφώνουν ολόκληρο τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, είχε επισημανθεί, για πρώτη φορά, η υστέρηση που παρουσίαζε η δημόσια κατανόηση της επιστήμης και της τεχνολογίας σε σχέση με τη διαρκώς επιταχυνόμενη ανάπτυξή τους.
   Παρά την εξάλειψη του αναλφαβητισμού και τη θεαματική αύξηση των ευκαιριών εκπαίδευσης και ενημέρωσης που σημειώθηκε έκτοτε, το πρόβλημα του επιστημονικού γραμματισμού παραμένει οξύ.
     Στη σύγχρονη «κοινωνία της γνώσης», ένα αρκετά μεγάλο μέρος του πληθυσμού έρχεται καθημερινά αντιμέτωπο με ακατανόητες, αινιγματικές ηπείρους «μη-ακόμα-γνώσης», οι οποίες του προκαλούν αβεβαιότητα, ανησυχία, και άκρως αντιφατικά αισθήματα: η υπόσχεση μιας μαγικής «επιστημονικής πανάκειας» για τα κάθε λογής προβλήματα και ελλείψεις του παρόντος συνυπάρχει με τον άλογο φόβο για τον κίνδυνο μιας επικείμενης καταστροφής.
    Επιδιώκοντας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που θέτει η νέα κοινωνική ανάγκη για γνώση, τόσο για την ουσιαστική κατανόηση των τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων και καινοτομιών όσο και για την ενεργητική και κριτική εμπλοκή της κοινωνίας στα ζητήματα και τα διλήμματα της επιστημονικής έρευνας, το συνέδριο συγκέντρωσε διακεκριμένους εκπροσώπους τριών εμπλεκόμενων κοινοτήτων: φυσικούς επιστήμονες, κατά προτίμηση όσους ασχολούνται με τη δυσνόητη στο ευρύ κοινό βασική έρευνα, δημοσιογράφους και επικοινωνιολόγους που ειδικεύονται στην κάλυψη ή παρουσίαση των τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων, και ειδικούς μελετητές της δημόσιας εικόνας και κατανόησης της επιστήμης και της τεχνολογίας.
    Η συνεργασία του Τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ, με το CERN και τον Δήμο Θεσσαλονίκης ήταν, συνεπώς, δηλωτική της πρόθεσης του συνεδρίου να φέρει την επιστημονική διαδικασία στη δημόσια σφαίρα. Να την κάνει αντικείμενο μιας πολύπλευρης και διεξοδικής δημόσιας συζήτησης και διαβούλευσης.

Δεδομένης της εκρηκτικής ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, η ανάγκη των μη ειδικών τόσο να εξοικειωθούν με τις εφαρμογές της τεχνοεπιστήμης όσο και να τις ελέγχουν αναδεικνύεται σήμερα επιτακτικότερη από ποτέ. Πώς η υπεύθυνη επιστημονική δημοσιογραφία θα μπορούσε να συμβάλει στον πενιχρό διάλογο Επιστήμης-Κοινωνίας;

   Η πλέον ζωτική και κρίσιμη συμβολή της επιστημονικής δημοσιογραφίας σε αυτόν το διάλογο έγκειται στην άσκησή της με τρόπο ανεξάρτητο, μεθοδικό και διερευνητικό.
   Ο δημοσιογράφος επιστήμης και τεχνολογίας οφείλει να λειτουργεί ως ένας ιδανικός ερευνητής, ο οποίος δεν περιορίζεται απλώς στο να μεταφράζει την εν πολλοίς ακατάληπτη γλώσσα των ειδικών για χάρη των πολυάριθμων μη ειδικών, αλλά επιπλέον να εξετάζει, να ελέγχει και να αποτιμά την επιστημονική πρόοδο, και γενικά κάθε νέα επιστημονική πληροφορία, με τρόπο ώστε να καθιστά το κοινό πιο συνειδητό και πιο κριτικό απέναντι σε αυτά τα επιτεύγματα.
    Με απώτερο στόχο να προάγει την ενεργητική και δημιουργική εμπλοκή των μη ειδικών πολιτών στη δημόσια συζήτηση για τα διακυβεύματα, τα κόστη και τις ωφέλειες, τις εφαρμογές και τις παρενέργειες της δεδομένης τεχνοεπιστημονικής καινοτομίας.

Οπως προέκυψε και από το συνέδριο, η ανεπαρκής, ωραιοποιημένη και κακή επιστημονική ενημέρωση του κοινού δημιουργούν μια στρεβλή και άκρως παραπλανητική δημόσια εικόνα της τεχνοεπιστήμης. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα αίτια αυτής της στρεβλής ή μυθοποιητικής δημόσιας εικόνας της τεχνοεπιστήμης;

   Μια πρώτη πηγή στρεβλών εικόνων της τεχνοεπιστήμης είναι το πλήθος των υπερβολικών και συχνά παραπλανητικών μηνυμάτων με τα οποία οι υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων και διαφήμισης των τεχνοεπιστημονικών εταιρειών τροφοδοτούν καθημερινά τα μέσα ενημέρωσης. Τα μηνύματα αυτά άλλοτε δημοσιεύονται αυτοτελώς, ως δήθεν ενημερωτικά μηνύματα, άλλοτε αναπαράγονται και παρουσιάζονται άκριτα, ως δήθεν έγκυρη πληροφορία.
   Μια άλλη, ωστόσο, εξίσου σημαντική πηγή παρανοήσεων είναι οι διάχυτες προκαταλήψεις και τα στερεότυπα σχετικά με την τεχνοεπιστήμη. Η παραφιλολογία ή, ορθότερα, η παραδημοσιογραφία που ανακυκλώνει την προμηθεϊκή ύβρη του Φρανκενστάιν ή την πτώση του Φάουστ, δεν συμβάλλει διόλου στη δημόσια γνώση και κατανόηση, αλλά μάλλον στη συσκότιση των επιστημονικών ζητημάτων και στη –δυστυχώς τόσο δημοφιλή στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία– δαιμονοποίηση των επιστημόνων και του έργου τους.

Η Ελλάδα είναι από τις χώρες της Ε.Ε. όπου τα ΜΜΕ αφιερώνουν ελάχιστο από τον ραδιοτηλεοπτικό χρόνο και τον έντυπο-ψηφιακό χώρο τους σε θέματα επιστήμης, μολονότι μεγάλο ποσοστό του αναγνωστικού και του τηλεοπτικού κοινού αναζητά συστηματικότερη ενημέρωση και πληροφορίες γύρω από αυτά. Πώς εξηγείτε αυτό το κενό ενημέρωσης; Μπορεί να καλυφθεί, και τι σχεδιάζει να κάνει το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ για να το καλύψει;

   Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (2013), το ελληνικό κοινό φαίνεται πράγματι να επιθυμεί περισσότερη ενημέρωση και καλύτερη κάλυψη των επιστημονικών θεμάτων και εξελίξεων.
    Σε αυτήν την ανάγκη ο Τύπος, και ειδικά ο ποιοτικός Τύπος, ανταποκρίνεται με επάρκεια, και συχνά με υποδειγματική επάρκεια. Ωστόσο, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα υστερούν σημαντικά σε αυτόν τον τομέα, και με δεδομένη τη δημοτικότητά τους, η ελλειμματικότητά τους αυτή συνιστά ένα μείζον πρόβλημα με πολλαπλές παρενέργειες: όπως λ.χ. στην καχεξία της επιστημονικής κουλτούρας και των ερευνητικών φιλοδοξιών των νέων, στην ατελή προβολή και αναγνώριση των ερευνητικών καινοτομιών που παράγονται στη χώρα μας.
    Το Τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ προτίθεται να κάνει μια ουσιαστική παρέμβαση σε αυτόν τον τομέα, παρέχοντας στους φοιτητές του σχετικά μαθήματα, τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, στα οποία θα προσκαλούνται να συμβάλλουν με την ειδική γνώση και πείρα τους διακεκριμένοι δημοσιογράφοι επιστήμης και τεχνολογίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
   Στον σχεδιασμό μας περιλαμβάνεται, επίσης, η λειτουργία Θερινού Σχολείου σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ενωση Δημοσιογράφων Επιστήμης (EUSJA), για την επιμόρφωση των αποφοίτων μας αλλά και επαγγελματιών δημοσιογράφων στις τεχνικές, στη δεοντολογία και στις βέλτιστες πρακτικές επιστημονικής δημοσιογραφίας.

Ποιος είναι
  Ο Γρηγόρης Πασχαλίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, όπου διδάσκει μαθήματα σχετικά με τη θεωρία του πολιτισμού και των -Μέσων, την πολιτισμική πολιτική, την οπτική επικοινωνία, τη φωτοδημοσιογραφία και το ντοκιμαντέρ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...