Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Έκθεση Unicef

   Η κατάσταση των παιδιών στην Ελλάδα 


    Έκθεση της UNICEF για τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στα παιδιά στην Ελλάδα, μεταφέρει τη ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ανήλικοι στη χώρα μας, αφού ο πληθυσμός αυτών που έρχονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού φτάνει τους 686.000. Στην Έκθεση παρατίθενται στοιχεία για την παιδική φτώχεια και εργασία, τις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές παροχές και την εκπαίδευση, ενώ το έργο βρίθει "θλιβερών διαπιστώσεων" για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές για τα δικαιώματα των παιδιών.

    Με σύνθημα "Καμιά γενιά χαμένη!", η οργάνωση διοργανώνει μεγάλο Ραδιομαραθώνιο, στις 10 Απριλίου, απαιτώντας "νερό, φαγητό, υγεία για όλα τα παιδιά του κόσμου".
    Τα βασικά σημεία της Έκθεσης «Η κατάσταση των παιδιών στην Ελλάδα 2014» είναι τα εξής:

Δημογραφικά χαρακτηριστικά των παιδιών στην Ελλάδα

   Συγκριτικά προς την απογραφή του 2001 ο πληθυσμός των παιδιών έχει μειωθεί περισσότερο (-9%) από τον συνολικό (-1.1%). Σύμφωνα με στοιχεία της απογραφής του 2011, τα παιδιά, ηλικίας έως 18 ετών, είναι 1.889.916, που αντιστοιχούν στο 17,5% του μόνιμου πληθυσμού της χώρας (10.815.197), με τα αγόρια να αποτελούν το 51,2% και τα κορίτσια το 48,8%.
   "Η πληθυσμιακή συμπίεση των παιδιών περιορίζει την κοινωνική τους παρουσία και ουσιαστικά οδηγεί στην αγνόησή τους σε όλες τις εκφάνσεις και διαστάσεις της κοινωνικής ζωής με άμεσο αντίκτυπο τόσο στις αντιλήψεις για αυτά, όσο και στην αναγκαιότητα να αντιμετωπίζονται ως κατηγορία και ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας στο πλαίσιο των δημόσιων πολιτικών και ειδικότερα των πολιτικών για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους", υπογραμμίζει η UNICEF.
   Τα παιδιά ηλικίας έως 18 ετών της ομάδας των αλλοδαπών/ μεταναστών για το 2011 φθάνουν τα 181.000 άτομα, έχουν αυξηθεί από το 2001 κατά 11,8% και αναλογούν στο 9,6% του συνόλου των ανηλίκων της Ελλάδας (από το 7,8% το 2001). Το 52% των παιδιών αυτών είναι αγόρια και το 48% κορίτσια,
   Γενικότερα, στην Ελλάδα οι ανήλικοι αλλοδαποί/ μετανάστες αποτελούν μια σχεδόν συμπαγή ως προς την υπηκοότητα ομάδα. Κατά 70,5% προέρχονται από την Αλβανία, 81,5% προέρχονται από όμορες χώρες των Βαλκανίων και συνολικά κατά 90,3% από την Ευρώπη.
   Συμφώνα με την απογραφή του 2011, τα νοικοκυριά στην Ελλάδα χωρίς παιδιά κάτω των δεκαπέντε ετών αναλογούν στο 76,5% και με παιδιά στο 23,5% του συνόλου.


Η παιδική φτώχεια

   Ο αριθμός των παιδιών που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα για το έτος 2012, ξεπέρασε το μισό εκατομμύριο, συγκεκριμένα ανήλθε σε 521.000 και αναλογεί στο 26,9% του συνόλου των παιδιών έναντι 23,7% που ήταν το 2011.
  Παράλληλα μεταξύ 2011 και 2012 τα παιδιά που ζουν κάτω από το όριο της εισοδηματικής φτώχειας αυξήθηκαν κατά 12%, έναντι 8% στο συνολικό πληθυσμό των φτωχών. Αριθμητικά, η αύξηση αυτή αντιστοιχεί σε 56.000 παιδιά.
   Ο φτωχός πληθυσμός εμφανίζεται νεότερος από τον συνολικό, εφόσον τα παιδιά και οι νέοι έως 24 ετών αποτελούν το 30,5% του συνόλου των φτωχών και τα άτομα άνω των 65 ετών το 14,5%.
   Στα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών ο κίνδυνος φτώχειας έφθασε το 28,1% το 2012 από 23,2% το 2011. Δύο στα τρία μονογονεϊκά νοικοκυριά (ποσοστό 66%) απειλείται από τη φτώχεια, σημειώνοντας αύξηση κατά 22,8 μονάδες από το 2011.
    Τα πιο φτωχά παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά σε κίνδυνο φτώχειας κάτω του ορίου του 40% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος ανέρχονταν το 2012 σε 276.000 ή 14,2% σημειώνοντας αύξηση 47,6% σε σχέση με το 2011, που ως ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο από το ποσοστό αύξησης του επίσημου ορίου της φτώχειας που προσδιορίζεται με βάση το 60% του μέσου εισοδήματος. Τα παιδιά αυτά ζουν σε νοικοκυριά που το μηνιαίο εισόδημα για μια τετραμελή οικογένεια με δυο παιδιά κάτω των 14 ετών κυμαινόταν (για το 2012) κάτω από τα 670ευρώ.
    Στην Ελλάδα τα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχονταν σε 686.000 ή στο 35,4% το 2012, από 30,4% το 2011, με πιο ευάλωτα τα μονογονεϊκά (74,7%) και τα τρίτεκνα/πολύτεκνα (43,7%) νοικοκυριά.
     Τα παιδιά σε κίνδυνο φτώχειας που διαβιούν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχονταν στο 67,9% το 2012, έχοντας αυξηθεί μεταξύ 2011 και 2012 κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες.
    Τα παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά που κανένας ενήλικας δεν εργάζεται, ανέρχονταν σε 292.000 ή 13,2% το 2012, έχοντας αυξηθεί κατά 204.000 από το 2008.
    Ο κίνδυνος φτώχειας στους αλλοδαπούς φθάνει το 43,7% για το 2012, ενώ στα παιδιά αυτών (υπολογίζεται η υπηκοότητα του γονέα) βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα, ξεπερνώντας το 53,1% από 49,6% που ήταν το 2011.



Συνθήκες διαβίωσης

    Τα φτωχά παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά που επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης, δηλαδή οι συγκεκριμένες δαπάνες υπερβαίνουν το 40% του εισοδήματός τους, ανέρχονται στο 92,2% (2012).
    Το 86,5% των φτωχών νοικοκυριών με παιδιά το 2012, δήλωναν αδυναμία πληρωμής μιας εβδομάδας διακοπών. Το 74,1% των φτωχών νοικοκυριών με παιδιά και το 29,5% των μη φτωχών δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει έκτακτες αλλά καθημερινές δαπάνες ύψους σχεδόν 540ευρώ. Το 39,3% των μη φτωχών δήλωναν αδυναμία πληρωμής πάγιων λογαριασμών, δόσεων δανείων ή πιστωτικών καρτών, από 27,6% το 2011.
    Το 45,9% των φτωχών νοικοκυριών με παιδία δήλωναν το 2012, πριν ακόμα εξισωθούν οι τιμές του πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης, οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση.
    Το 52,6% των φτωχών νοικοκυριών με παιδιά το 2012 δήλωναν οικονομική αδυναμία για διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας από το 44,3% το 2011. Για το 2012 τα μονογονεϊκά νοικοκυριά (67,2%) και τα τρίτεκνα-πολύτεκνα (65,8%), της αντίστοιχης ομάδας πλήττονται περισσότερο, θέτοντας επιτακτικά το ζήτημα του κινδύνου υποσιτισμού για ορισμένα παιδιά στην Ελλάδα.
  Το 62,3% των φτωχών νοικοκυριών με παιδιά δήλωναν μεγάλη δυσκολία να αντιμετωπίσουν τις συνήθεις ανάγκες του νοικοκυριού. Τα μη φτωχά νοικοκυριά που δήλωναν δυσκολία ή μεγάλη δυσκολία το 2012 ανέρχονταν στο 69,2% από το 58,2% το 2011.

Κοινωνικές παροχές - κοινωνική ασφάλιση

   Οι παροχές κοινωνικής προστασίας για το 2011 ανέρχονταν στο 28,9% του Α.Ε.Π. ή σε 60,1 δις ευρώ και μειώθηκαν κατά 4,9% συγκριτικά προς το 2009, χρονιά που ανέρχονταν σε 63,2 δις ευρώ.
  Όσον αφορά συγκεκριμένα τις παροχές κοινωνικής προστασίας για τη λειτουργία οικογένεια - παιδιά, παραμένουν σταθερές ως προς το ποσοστό του Α.Ε.Π., στο 1,8% για το 2011, χαμηλότερες από το μέσο όρο της Ε.Ε. (2,2%), και ανέρχονται σε 3,7 δις ευρώ μειωμένες κατά 513 εκατομμύρια ή 12,1% από το 2009 (ανέρχονταν σε 4,2 δις ευρώ). Αυτό έχει οπωσδήποτε επιπτώσεις για τους δικαιούχους, εφόσον οι παροχές ανά κάτοικο μειώθηκαν κατά 60,51ευρώ ή 17,9% την αντίστοιχη περίοδο.
    "Η κατανομή των δαπανών κοινωνικής προστασίας έχει ως αποτέλεσμα την περιορισμένη συμβολή τους στην αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας. Ενώ στο σύνολο του πληθυσμού οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή τα κοινωνικά επιδόματα και οι συντάξεις) περιορίζουν τον κίνδυνο φτώχειας κατά 26,7 ποσοστιαίες μονάδες στα παιδιά τον περιορίζουν μόνο κατά 5,2 μονάδες, η οποία είναι η μικρότερη επίδραση σε όλη την Ε.Ε", επισημαίνει η UNICEF στην Έκθεσή της και προσθέτει:
   "Η θέσπιση το 2012 του ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων όχι μόνο αντικατέστησε όλα τα προηγούμενης μορφής οικογενειακά επιδόματα, αλλά υποκατάστησε την κατάργηση των αφορολογήτων ορίων για τις οικογένειες με παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο πιθανόν η έμμεση επιβάρυνση των οικογενειών από τις απώλειες των αντικατασταθέντων από το ενιαίο επίδομα ευνοϊκών μέτρων να είναι μεγαλύτερη".
    Εκτιμάται δε "ότι σημαντικός αριθμός παιδιών στην Ελλάδα δεν έχει ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη λόγω απώλειας ασφαλιστικών δικαιωμάτων των γονέων τους, ενώ οι εναλλακτικές μορφές παροχής ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης δεν καλύπτουν το σύνολο του πληθυσμού".

Η παιδική εργασία

    Η παιδική εργασία διαχρονικά παρουσιάζει φθίνουσα πορεία. Για το έτος 2013 το ποσοστό των εργαζομένων παιδιών (15-18 ετών) στον αντίστοιχο συνολικό πληθυσμό των παιδιών στην Ελλάδα είναι πολύ μικρό (1,4% ή 6.430 παιδιά), ενώ ποσοστό των οικονομικά μη ενεργών παιδιών είναι η πλειοψηφία (95,6%) του αντίστοιχου συνολικού πληθυσμού.
    Τα περισσότερα οικονομικά ενεργά παιδιά βρίσκονται στην Αττική (23,7%), στη Θεσσαλία (13,6%), στην Κεντρική Μακεδονία (12,9%) και στη Στερεά Ελλάδα (9,2%).
    Αναλογικά με τον πληθυσμό των παιδιών (15-18 ετών) σε κάθε περιφέρεια τα οικονομικά ενεργά παιδιά συναντώνται με μεγαλύτερη συχνότητα στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και με μικρότερη συχνότητα στην Αττική και Κεντρική Μακεδονία.



Εκπαίδευση

   Τα ποσοστά εγγραφής στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλά στην Ελλάδα. Η συμμετοχή των παιδιών στην προσχολική εκπαίδευση παραμένει χαμηλή. Πέρα από παράγοντες που συνδέονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, σε αυτό συμβάλει η ανεπιτυχής εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου και οι ελλείψεις σε υποδομές. Από το 2006 είναι υποχρεωτική η εγγραφή στο νηπιαγωγείο παιδιών (νηπίων) ηλικίας πέντε (5) ετών. Το πρόβλημα που παρουσιάζεται είναι ότι, ακόμα και αν οι θέσεις στα νηπιαγωγεία επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών των νηπίων που πρέπει να εγγραφούν υποχρεωτικά, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα νήπια δεύτερης ηλικίας (προνήπια) με αποτέλεσμα να παραμένουν σε παιδικούς σταθμούς είτε να αναγκάζονται να στρέφονται σε ιδιωτικά νηπιαγωγεία, το οποίο συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση.
    Η πρόωρη αποχώρηση από την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 2008 και 2013 μειώθηκε κατά 4,6 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 2013 στο 10,2%. Η συσχέτιση της πρόωρης αποχώρησης από την εκπαίδευση, του περιορισμού της παιδικής εργασίας και της αύξησης της ανεργίας, πιθανόν να καθιστά πιο ελκυστική την παραμονή και την επένδυση στην εκπαίδευση απ’ ότι την πρώιμη ένταξη στην αγορά εργασίας.
Βρεφονηπιακή φροντίδα - Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής
   Στην Ελλάδα το ποσοστό συμμετοχής των παιδιών σε υπηρεσίες επίσημης βρεφονηπιακής φροντίδας είναι σταθερά μικρότερο σε σχέση με τις χώρες της Ε.Ε. Oι υφιστάμενες δομές χαμηλότερου κόστους βρεφονηπιακής φροντίδας (κυρίως δημοτικές) δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες όλων των παιδιών με αποτέλεσμα πολλές οικογένειες να αναγκάζονται να στραφούν σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς (που σημαίνει επιπρόσθετη οικονομική επιβάρυνση) ή να μην εντάσσουν καθόλου τα παιδιά τους σε κάποια τέτοιου είδους υπηρεσία.
     "Η συμμετοχή των παιδιών στην βρεφονηπιακή φροντίδα είναι ένα βασικό εργαλείο για την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Ωστόσο, στην Ελλάδα πρωτίστως το υψηλό κόστος των υπηρεσιών βρεφονηπιακής φροντίδας δεν ευνοεί την εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, καθώς τα 2/3 των ατόμων που δεν εργάζονται ή υποαπασχολούνται αναφέρουν τον παράγοντα αυτό ως τον κυρίαρχο λόγο που σχετίζεται με τη φύλαξη των παιδιών.
    Την ανεπιτυχή εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής αποδεικνύει και το γεγονός ότι ο κύριος λόγος που σχετίζεται με τη φύλαξη παιδιών, για τον οποίο οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να κάνουν διευθέτηση του χρόνου εργασίας τους, ήταν η έλλειψη εναλλακτικών υπηρεσιών φροντίδας κατά τη διάρκεια της ημέρας", σχολιάζει η UNICEF.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην κατασκευή της παιδικής ηλικίας: 
Η παράταση της παιδικής ηλικίας

    Τα υψηλά ποσοστά φτώχειας (32,3%) και ανεργίας (58,6%) για το 2012 των ηλικιακών ομάδων 16-24 και 15-24 ετών αντίστοιχα, σε συνδυασμό με την εκτόξευση του ποσοστού των ατόμων αντίστοιχων ηλικιακών ομάδων που δεν εργάζονται και ταυτόχρονα δεν συμμετέχουν σε κάποιας μορφής εκπαίδευση και κατάρτιση, οδηγούν στην έντονη οικονομική εξάρτηση από τους γονείς τους με αποτέλεσμα να παρατείνουν τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.
    Ενδεικτικό στοιχείο αποτελεί το υψηλό ποσοστό (73,3%) των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών που διαμένει με τους γονείς του και η μέση ηλικία εγκατάλειψης της γονεϊκής στέγης (29,1 έτη) (στοιχεία 2012).

Πηγή: Αυγή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...