Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Τα φάρμακα και τα φαρμάκια της τέχνης

... του Παντελή Μπουκάλα   

   Για τους λογοτέχνες, ειδικότερα για τους ποιητές, τους αρχαιότερους του σογιού, κυκλοφορούν από παλιά πολλοί μύθοι, εγκατεστημένοι πια στο μυαλό μας με την ισχύ του κοινού τόπου. Είναι μοιρασμένοι σε περιγελαστικούς και σε εγκωμιαστικούς. Στις χλευαστικές αναπαραστάσεις τους, οι ποιητές δεν μπορεί παρά να είναι αλαφροΐσκιωτοι, βαρεμένοι, αγαθούληδες ή μάλλον αγαθότρελοι, ψώνια, άεργοι, ανεπρόκοποι ή και παράσιτοι, μονίμως μελαγχολικοί, αφού τους βαραίνει τόση ιστορία και τόσα γράμματα. Δεν μπορεί παρά να σέρνουν ένα αγιάτρευτο κουσούρι, που λειτουργεί σαν πρωταρχικό τραύμα και συγχρόνως σαν πρωταρχικό ερέθισμα, σπρώχνοντάς τους να καταπιαστούν με τη μαγγανεία των λέξεων, μήπως βρουν παρηγοριά. Ας προστεθεί η μυθική μας σιγουριά ότι στην Ελλάδα όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις από κάτω έναν ποιητή να χαράζει ή να σκαλίζει ιάμβους και αναπαίστους επί του πρόσφορου λίθου. Και αν δεν κατέχει από αναπαίστους, όπως όλο και πιο συχνά συμβαίνει, θα σκαλίζει πρόζα πιστεύοντας πως χαράζει στίχους.

    Στους επαινετικούς μύθους τώρα. Που συνυπάρχουν με τους ονειδιστικούς. Και μάλιστα είναι πολύ πιθανό να τους πιστεύουν οι ίδιοι που ακούνε τη λέξη «ποιήματα» και ο νους τους πάει αυτόματα στον ποιητή Τιμολέοντα Φαμφάρα, όπως τον υποδύθηκε ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, στο «Ξύπνα Βασίλη». Ή στον εκ φάρσας ποιητή Θανάση Βέγγο, στο «Τύφλα να ’χει ο Μάρλον Μπράντο». Οι τιμητικοί θρύλοι θέλουν τους ποιητές περισσότερο ευαίσθητους από τους υπόλοιπους ανθρώπους, περισσότερο εμπνευσμένους, αφού τελούν υπό την επήρεια των Μουσών, όπως άλλοι υπό την επήρεια ουσιών. Τους εμφανίζουν επιπλέον μονίμως σοβαρούς, σχεδόν κατηφείς, από την πολλή περίσκεψη, γενναιόκαρδα αδιάφορους για την ταπεινή ύλη και υπεράνω των ταπεινών αισθημάτων και παθών· ένα κράμα προφήτη, γκουρού και σαμάνου, για να ενωθούν όλοι οι πολιτισμοί στο πρόσωπό τους. Σ’ αυτήν την επικράτεια της υπερβολής, η υπογραφή των ποιητών υποτίθεται ότι μετράει πολύ περισσότερο από την υπογραφή των υπολοίπων· περίπου όπως συνέβαινε στις νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες, όταν η ψήφος ενός λευκού ισοδυναμούσε με τις ψήφους τριών μαύρων.
  Αν ο ποιητής Φαμφάρας είναι μια καρικατούρα, ο ποιητής-υπερευαίσθητος/υπερεμπνευσμένος/υπερσοβαρός, ο οιονεί υπεράνθρωπος δηλαδή, παύει να είναι άνθρωπος και καταντάει επίσης καρικατούρα. Μια καρικατούρα του απρόσιτου ιδεώδους· ένα είδωλο, όταν δεν χρειαζόμαστε ειδωλολάτρες καμιάς μορφής. Τίποτα τέτοιο πάντως δεν μας κληροδότησε η παράδοση, απώτατη και κοντινή. Οι ποιητές, οι σπουδαίοι ποιητές, ήταν πάντοτε σεβαστοί, αλλά αυτό δεν τους απάλλασσε από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του πολίτη, παρεκτός και καταντούσαν Φερνάζηδες. Γιατί υπάρχουν και τέτοιοι.
    Οσο για τα πάθη και τα παθήματα, αρκεί πιστεύω να θυμηθούμε μια ιστοριούλα με ήρωες δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής ιστορίας και όχι μόνο του ελληνικού πνεύματος· τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή. Κατά το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου, ο νεότερος, ο Σοφοκλής, διέδιδε στην προϊντερνετική εποχή του ότι ο γηραιότερος, ο Αισχύλος, «μεθύων έγραφε» τις τραγωδίες του. Εδώ έχουμε το πάθος του οίνου από την πλευρά του Αισχύλου, που το μαρτυρούν και άλλες πηγές. Και το πάθος της ασέβειας προς τον μεγαλύτερο και της μειωτικής συμπεριφοράς προς τον ομότεχνο από την πλευρά του Σοφοκλή, που όπως λένε παλιές αφηγήσεις, τον τιμώρησαν οι θεοί για την απρέπειά του: πέθανε προσπαθώντας να καταπιεί μια ρώγα άγουρο σταφύλι.
   Για τη θρυλούμενη αδιαφορία των ποιητών για την ταπεινή ύλη, της χρηματικής συμπεριλαμβανομένης, άλλη μία ιστοριούλα. Σύμφωνα με όσα διέσωσε κάποιος από τους σχολιαστές της ελληνιστικής εποχής, ο Σιμωνίδης ο Κείος είχε πάντα δίπλα του δύο «κιβωτούς, την μεν κενήν, την δε μεστήν». Το άδειο κιβώτιο είχε φιλίες και εύνοιες· το γεμάτο χρήματα. Πώς αυτό; «Ο Σιμωνίδης δοκεί πρώτος σμικρολογίαν εισενεγκείν εις τα άσματα και γράψαι άσμα μισθού»· πρώτος αυτός εισήγαγε τη μικρολογία στην ποίηση και έγραψε έναντι αμοιβής. Μάλιστα, αυτό το ξέρουμε και από έναν Ισθμιόνικο του Πίνδαρου, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, έγραφε ποιήματα κατά παραγγελία και επ’ αμοιβή.
     Από τους ποιητές λοιπόν δεν ζητάμε ό,τι θα μπορούσε ίσως να μας δώσει ένας άγγελος ή ημίθεος, ένα πλάσμα ιδεώδες, δηλαδή πλαστό. Δεν θα μας το δώσουν γιατί δεν το μπορούν. Την ποίησή τους ζητάμε, αυτήν που μπορούν, είτε μείζονες θεωρούνται είτε υποβιβάζονται από την αυστηρή γραμματολογία στους ελάσσονες. Ζητάμε τα αποτελέσματα του πολέμου τους με τη γλώσσα μας, που το βαθύ και βαρύ παρελθόν της ορίζει και τις απαιτήσεις της απ’ όσους μπλέκουν μαζί της. Για να βρει ένα ξέφωτο ομορφιάς η ψυχή μας και να δουλέψει εντατικότερα ο νους μας διαβάζοντάς τους, δηλαδή περνώντας από τον δικό μας κόσμο στον δικό τους. Ξέρουμε ότι κάθε ποιητής σχηματίζει τον κόσμο του με τον δικό του τρόπο και δίνει τον δικό του ορισμό στην ποίηση. Αλλά εμείς διατηρούμε το πλεονέκτημα του αναγνώστη, που μπορεί να γευτεί και να γνωρίσει όλους αυτούς τους κόσμους.
     Αρα λοιπόν είναι χρήσιμη η ποίηση; Είναι ωφέλιμη; Προσωπικά την κρίνω αναγκαία, αλλά την απάντηση ας τη δώσουν οι μείζονες. Πρώτα ο Σεφέρης σε κείμενο του 1961, προϊόν ομιλίας του (στα αγγλικά) σε βράβευσή του (τώρα στον τρίτο τόμο των Δοκιμών, Ικαρος, 1992, μετάφραση Γ. Π. Σαββίδης): «Στο σύγχρονο βιομηχανοποιημένο πολιτισμό, οι ποιητές δεν θεωρούνται πια τόσο χρήσιμοι όσο οι οδοντογιατροί, όπως παρατήρησε ο κ. Ωντεν, και πιστεύω πως χρειάζεται κάποιο θάρρος και αρκετή ανθρώπινη κατανόηση για να εξακολουθεί κανένας να προστατεύει ένα άχρηστο επάγγελμα. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω πως οι ποιητές είναι εξίσου χρήσιμοι με τους οδοντογιατρούς, επειδή τα υποκατάστατα της ποίησης που έχουν εφεύρει οι κοινωνίες μας είναι, φοβάμαι, ατελέσφορα και αποχαυνωτικά».
     Κι ύστερα ο Καβάφης, με την περίφημη «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.»: «Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου / είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. / Δεν έχω εγκαρτέρηση καμιά. / Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως / που κάπως ξέρεις από φάρμακα· / νάρκης του άλγους δοκιμές εν Φαντασία και Λόγω. // Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.– / Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάμνουνε –για λίγο– να μη νοιώθεται η πληγή». Φάρμακο η ποίηση; Ναι. Αυθεντικό και όχι γενόσημο. Πλην το μισό νόημα του ποιήματος κρύβεται σε τρεις λέξεις, στο «κάπως» και στο «για λίγο». Ενα λίγο, εντούτοις, που πια μοιάζει τεράστιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...