Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Πραγματικότητα και δυνατότητα

Σε αναζήτηση της ουτοπίας
... του Θ. Γιαλκέτση


    Δύο Ιταλοί φιλόσοφοι, ο Μαουρίτσιο Φεράρις και ο Σαλβατόρε Βέκα, συνομίλησαν με θέμα την ουτοπία. Ο διάλογός τους -απόσπασμα του οποίου παρουσιάζουμε στη συνέχεια- έγινε στο πλαίσιο εκδηλώσεων που οργάνωσε ο Δήμος της Ασκόνα, στο καντόνι Τιτσίνο της Ελβετίας.
   Φεράρις: Συχνά αντιπαραθέτουν την πραγματικότητα στη δυνατότητα και βλέπουν στην πραγματικότητα κάτι που είναι από τη φύση του αρνητικό, ικανό μόνο να αντιστέκεται και να αντιτίθεται. Αναμφίβολα, το πραγματικό έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Ταυτόχρονα όμως είναι και η πηγή του δυνατού, επειδή ξεκινώντας από αυτό που υπάρχει ανοίγονται οι δυνατότητες. Στο βάθος, αυτό που λέω έχει ήδη γραφεί στην «Αισθητική» του Μπαουμγκάρτεν, ενός οπαδού του Λάιμπνιτς και επομένως ενός φιλοσόφου που ενδιαφερόταν πολύ για τη δυνατότητα. Πίσω από την πραγματικότητα, από εκείνο που υπάρχει, είναι θα λέγαμε «εγκιβωτισμένη» η δυνατότητα, εκείνο που μπορεί να υπάρξει. Και ακριβώς επειδή καθένας από μας είναι αυτός που είναι, με την ιστορία του και τον χαρακτήρα του, του ανοίγονται ορισμένες δυνατότητες και όχι κάποιες άλλες.

   Βέκα: Στο βιβλίο μου «Αποσπάσματα ενός ουτοπικού λόγου» ζητώ από τον Ρόμπερτ Μούζιλ μιαν απάντηση στην περίπλοκη υπόθεση της αντιπαράθεσης ή της απλής διάκρισης μεταξύ πραγματικότητας και δυνατότητας. Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», ο Μούζιλ μάς θυμίζει ότι ο γέρος καθηγητής, ο πατέρας του Ούλριχ, γνώριζε πολύ καλά ότι τα ξύλινα δοκάρια της πόρτας είναι σκληρά και ότι το να χτυπάς πάνω τους το κεφάλι σου θα σου προκαλέσει σίγουρα κακό. Από ’δώ πηγάζει το αίτημα της αίσθησης της πραγματικότητας. Αλλά, προσθέτει ο Μούζιλ, αν υπάρχει κάτι όπως η αίσθηση της πραγματικότητας, πρέπει να υπάρχει κάπου και κάτι όπως η αίσθηση της δυνατότητας.

   Φεράρις: Ο Μπίσμαρκ όρισε την πολιτική ως «τέχνη του εφικτού», χρησιμοποιώντας αυτό που σε τελική ανάλυση -και όχι χωρίς κάποια ειρωνεία- είναι μια παραλλαγή τού «η φαντασία στην εξουσία». Και τα δυο αυτά συνθήματα, όμως, είναι κατά κάποιον τρόπο ελαττωματικά. Επειδή όχι μόνον η πολιτική, αλλά κάθε στιγμή της ζωής μας φαίνεται να διαπερνιέται από τη δυνατότητα και από τη φαντασία που αναπαριστά αυτή τη δυνατότητα. Η τύψη, η λύπη, η ελπίδα και ο φόβος είναι ψυχικές καταστάσεις που γεννιούνται ακριβώς από τη συνειδητοποίηση του δυνατού, πραγμάτων που έγιναν με έναν τρόπο, ενώ θα μπορούσαν να έχουν γίνει με έναν άλλο τρόπο, πραγμάτων που θα μπορούσαν να συμβούν και των οποίων η απλή δυνατότητα παράγει επιπτώσεις. Με δυο λόγια, θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικής ζωής είναι η συνειδητοποίηση ότι αυτό που συμβαίνει με έναν τρόπο θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά και ότι αυτό που κάναμε θα μπορούσαμε να το έχουμε κάνει με άλλο (καλύτερο) τρόπο.

   Βέκα: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε στιγμή της ζωής μας διαπερνιέται από τη δυνατότητα και από τη φαντασία που αναπαριστά αυτήν τη δυνατότητα. Θα ήμουν όμως πιο συνετός και πιο φειδωλός σχετικά με αυτό. Υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες οι ζωές μας καθηλώνονται από την αίσθηση της πραγματικότητας, που μετατρέπεται σε αίσθηση της αναγκαιότητας. Η τέχνη του εφικτού του Μπίσμαρκ μπορεί να διολισθαίνει συστηματικά στο αξίωμα της κυρίας Θάτσερ, σύμφωνα με το οποίο «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» και «η φαντασία στην εξουσία» μπορεί να χτυπάει το κεφάλι της στα σκληρά ξύλινα δοκάρια του γέρου καθηγητή τού Μούζιλ. Στους καιρούς μας δεν θα ήθελα να φορτώσω όλες τις ευθύνες στην πολιτική. Γιατί ακόμη και στα συνήθη ζητήματα της ζωής μας μπορεί να υπάρξει περίπτωση που η αίσθηση της δυνατότητας χάνεται και παραχωρεί τη θέση της στη σκοτεινή πρόσληψη της αναγκαιότητας. Μερικές φορές, πολύ συχνότερα από όσο θα ήταν επιθυμητό, της ψευδούς αναγκαιότητας. Σε αυτές τις περιστάσεις το φάσμα των δυνατοτήτων περιορίζεται. Οπως φαίνεται να συμβαίνει στη συστημική και δομική κρίση στην οποία έχουμε παγιδευτεί.

   Φεράρις: Σε ένα ορισμένο σημείο ο Μπόρχες μιλάει για μια «Ρωσία αξιαγάπητη και μεγαλοπρεπή, ποδοπατημένη από τους ιπποκόμους και τους ουτοπιστές». Με αυτό εκφράζει τον γνωστό συντηρητισμό του. Ο Μπόρχες, ωστόσο, υπήρξε ταυτόχρονα ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς της δυνατότητας. Αφήνοντας κατά μέρος την ιστορική εκτίμηση, επειδή η «αξιαγάπητη και μεγαλοπρεπής Ρωσία» ήταν ένας κόσμος καθυστερημένος και ριζικά άδικος, ο Μπόρχες μάς υποδεικνύει να διαχωρίσουμε την αίσθηση του δυνατού από μια γενική και συχνά ολέθρια χρήση της ουτοπίας ως φυγής από την πραγματικότητα.

   Βέκα: Η μεγάλη παράδοση της ουτοπικής σκέψης είναι πλούσια σε καταστροφικές αποτυχίες. Πολλές από τις ουτοπίες, που σχεδιάζουν τρόπους συμβίωσης, θεσμούς και κοινωνικές πρακτικές, παραδίδουν ήρεμα την αίσθηση της δυνατότητας στο σιδερένιο πεπρωμένο της αναγκαιότητας. Οι ουτοπίες πιθανών κοινωνικών κόσμων αδιαφορούν για τον χρόνο και κυρίως για την ελευθερία των προσώπων. Οι κανόνες του Φουριέ αναδεικνύουν ως υπόδειγμα πειθαρχικά καθεστώτα. Εδώ συμφωνώ μαζί σου, όταν λες ότι η αίσθηση του δυνατού θα πρέπει να διαχωρίζεται από μια γενική και συχνά ολέθρια χρήση της ουτοπίας ως φυγής από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ την ιδέα του Τζον Ρολς, του μεγάλου θεωρητικού της κοινωνικής δικαιοσύνης, για τη ρεαλιστική ουτοπία. Είναι ένας τρόπος εξερεύνησης εναλλακτικών δυνατοτήτων εντός του πεδίου που ο κόσμος μας παρέχει. Ο ρεαλισμός ορίζει τους περιορισμούς εντός των οποίων είναι για μας προσβάσιμοι πιθανοί κόσμοι, περισσότερο αξιέπαινοι ή λιγότερο αξιοκατάκριτοι. Είναι δύσκολο ωστόσο να μην αναρωτηθούμε: ένας κόσμος χωρίς ουτοπίες δεν θα ήταν για μας ένας φτωχότερος κόσμος; Δεν θα νιώθαμε ένα αίσθημα απώλειας; Εδώ ίσως μπορεί να μας βοηθήσει ο μεγάλος Μαξ Βέμπερ: «Είναι απολύτως ακριβές και επιβεβαιωμένο από όλη την ιστορική εμπειρία ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πετύχουμε το εφικτό, αν δεν επιδιώκαμε πάντοτε το ανέφικτο».

   Φεράρις: Υπάρχει μια εβραϊκή ιστορία που την αφηγήθηκε ο Ντεριντά. Ο Χριστός, ο Μεσσίας, ήρθε και γυρνάει στους δρόμους της Ρώμης ντυμένος σαν ζητιάνος. Κάποια στιγμή ένας περαστικός τον αναγνωρίζει και τον ρωτάει «Πότε θα έρθεις;». Εδώ φαίνεται η πεμπτουσία του μεσσιανισμού: ο Μεσσίας είναι από τη φύση του κάποιος που πρέπει να αναμένεται και όταν παρουσιάζεται δεν είναι ο αληθινός Μεσσίας. Αυτή φαίνεται να είναι και η μοίρα των ουτοπιών, οι οποίες εξ ορισμού δεν μπορούν να υλοποιηθούν, επειδή αν υλοποιηθούν παύουν να είναι ουτοπίες. Ταυτόχρονα κατανοούμε το νόημα και την κεντρική θέση του μεσσιανισμού στην ανθρώπινη εμπειρία, ως ελπίδας που ορίζει το ουτοπικό στοιχείο της ζωής (η κατάθλιψη θα μπορούσε να οριστεί ως δραστική εκμηδένιση της ουτοπίας).

    Βέκα: Η εβραϊκή ιστορία του Ντεριντά για τον Μεσσία μού φέρνει στον νου μιαν άλλη εβραϊκή ιστορία, εκείνη του Βάλτερ Μπένγιαμιν όταν μας λέει ότι στους Εβραίους ήταν απαγορευμένο να ερευνούν το μέλλον. Επειδή η Τορά και η ερμηνεία της τους διδάσκουν με τα λεξικά της μνήμης. Αλλά εξαιτίας αυτού, υποστηρίζει ο Μπένγιαμιν, το μέλλον δεν έγινε για τους Εβραίους ένας χρόνος κενός και ομοιογενής. Γιατί κάθε δευτερόλεπτο του μέλλοντος είναι η μικρή πόρτα από την οποία θα μπορούσε να μπει ο Μεσσίας […].

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...