Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Λευτέρης Πούλιος: Οι ποιητές είναι οι ακρίτες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη



    Οι ποιητές είναι οι ακρίτες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας" λέει ο Λευτέρης Πούλιος. Φράση βιωμένη έως μυελού οστέων από τον ίδιο τον ποιητή, που διατρέχει αθόρυβα μα δυναμικά την οδό της ποίησης από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, τη δεκαετία του '60, έως σήμερα. Από τις πιο σημαντικές φωνές της μεταπολεμικής μας ποίησης, ο Λευτέρης Πούλιος τάραξε τα ποιητικά ύδατα με την πρώτη του συλλογή "Ποίηση" το 1969, με τη δύναμη και τη φρεσκάδα του στίχου του. Έκτοτε παραμένει στο προσκήνιο απέχοντας από την εφήμερη δημοσιότητα.
    Λιγομίλητος και ευγενικός, παρουσία αρχοντική και επιβλητική συνάμα, με τη μακριά λευκή γενειάδα να θυμίζει κάτι ανάμεσα σε βιβλική μορφή και φιγούρα από την εποχή των beat, μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα που μοιράζεται με την αδελφή του Γρηγορία στον Άγιο Παντελεήμονα.
   Καθισμένος πλάι στο πορτρέτο του, που φιλοτέχνησε πριν από χρόνια ο Χρόνης Μπότσογλου. Η μορφή του σήμερα θυμίζει αμυδρά την κοντοκουρεμένη και χωρίς μούσι φιγούρα που αποτύπωσε ο ζωγράφος. Το βλέμμα έμεινε απαράλλαχτο. Με μια σπίθα και μια ευγένεια να δίνει χρώμα σε όλο το πρόσωπο. Με την ίδια ευγένεια μάς μιλά για την εποχή της χούντας, των μπουάτ και της αμφισβήτησης, όταν πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα, αλλά και για την Αριστερά σήμερα, την ποίηση και τους ποιητές, τα ποιήματά του και το όνειρό του για τον κόσμο μας.

* Στην εποχή μας υπάρχει χώρος για τους ποιητές;

Η εποχή μας είναι πολύ σκληρή, δολοφονεί τους ποιητές. Είναι το αντίθετο της ποίησης αυτό που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι, αλλά, μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της αναζήτησης του κέρδους και της ηδονής, ο άνθρωπος τρέχει προς την ποίηση, όπως αυτός που έπαθε σκορβούτο και τρέχει προς τα χορτάρια. Ο ποιητής έπαψε πια να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος, όπως ήταν άλλοτε, κι έχει γίνει υπάλληλος της κοινωνίας. Αν θέλει να επιβιώσει αξιοπρεπώς, πρέπει να συμπορευτεί με τους όρους που θέτει η σύγχρονη εποχή. Αυτοί οι όροι είναι να εξυπηρετεί κάποιον κοινωνικό σκοπό ή κάποια κοινωνική ομάδα. Η εποχή μας θέλει συμβιβασμένο τον ποιητή, να εξυπηρετεί κάποια συμφέροντα, αν θέλει να επιβιώσει.

*Εσείς εμφανιστήκατε το 1969. Πώς ήταν εκείνη η εποχή;

Ήταν η χούντα, εγώ έπρεπε να εκφράσω την ανθρώπινη πρωτοτυπία μου και ταυτόχρονα να έρθω σε ρήξη με το καθεστώς. Αυτή ήταν η επιταγή της ψυχής μου. Μόλις είχε σταματήσει η λογοκρισία και μπορούσαμε να εκφραστούμε κάπως ελεύθερα μέσα από υπονοούμενα και σπόντες. Ο κόσμος μας αγκάλιασε και ήταν πολύ ζεστός απέναντί μας, η νεολαία μας αποδέχτηκε αμέσως, όταν εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο, τη συλλογή "Ποίηση", την οποία έδινα χέρι με χέρι στις μπουάτ της Πλάκας. Απήγγελλα ποιήματά μου στις "Εσπερίδες", τα "Ταβάνια", την "Απολογία" και σε άλλες μπουάτ της Πλάκας και παράλληλα πουλούσα τη συλλογή. Το νέο κύμα και οι χίπις με τα τραγούδια τους κι εγώ με τα ποιήματά μου. Πολλές φορές είχαμε να αντιμετωπίσουμε την αστυνομία που έμπαινε μέσα και διέλυε τις εκδηλώσεις μας, μερικές φορές μας κούρευαν κιόλας, τους ενοχλούσαν τα μακριά μαλλιά μας. Στη συνέχεια εξέδωσα μια εφημερίδα λογοτεχνική που την έλεγαν "Απολογία", όπως την μπουάτ. Βγήκε ένα μόνο φύλλο, γραμμένο από μένα, από τον Ρένο Αποστολίδη, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο. Μετά παρουσιάστηκα σε μια βραδιά ποίησης που οργάνωσε ο Κίμων Φράιερ στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, το 1970, μαζί με τη Νανά Ησαΐα και τον Βασίλη Στεριάδη.

* Από εκείνη τη βραδιά προέκυψε το "Βιβλίο των έξι ποιητών";

Ναι. Αμέσως μετά συνδέθηκα με μερικούς διανοούμενους, που με επικεφαλής τον Σεφέρη ετοιμάζανε τα "18 Κείμενα" και μετά τα "Νέα Κείμενα", στα οποία συμμετείχα κι εγώ με τρία ποιήματα. Ήταν άγρια η χούντα. Αλλά υπήρχε μια αισιοδοξία, αισθανόμασταν ότι είναι κάτι προσωρινό, ότι είναι ένα σύννεφο και θα περάσει. Για παράδειγμα στην κηδεία του Σεφέρη είδαμε ξαφνικά χιλιάδες λαού να κατακλύζει τους δρόμους από τους οποίους πέρναγε η σορός του ποιητή. Τότε δεν το περιμέναμε μας εξέπληξε. Ήταν η πρώτη ουσιαστικά μαζική αντιστασιακή πράξη. Εκείνη περίπου την εποχή παίχτηκε και η ταινία "Γούντστοκ". Πάρα πολή νεολαία με αναμμένα κεριά ήταν μέσα στον κινηματογράφο κι απ' έξω οι δρόμοι γεμάτοι αστυνομία.

* Εσείς δείχνατε μια ιδιαίτερη προτίμηση στον Ντίλαν τότε, τον έχετε βάλει και σε ποιήματά σας.

Τότε, ναι. Στην αρχή ήταν ένας τροβαδούρος της αμφισβήτησης. Όταν έγινε ηλεκτρονικός και εμπορικός, πολλοί θαυμαστές του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν και περισσότεροι όταν αργότερα έγινε χριστιανός. Τότε περίπου τον εγκατέλειψα κι εγώ.

* Τώρα ακούτε καθόλου Ντίλαν;

Όχι, καθόλου. Τώρα ακούω πολύ κλασική μουσική, ρεμπέτικα, τζαζ και μπλουζ.

* Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στην εκδήλωση που οργάνωσαν προς τιμήν σας οι "Βικτωριανοί", έλεγε ότι με την εμφάνισή σας ταράξατε τα ποιητικά ύδατα. Τι νομίζετε ότι ήταν αυτό που εντυπωσίασε στην ποίησή σας;

Ίσως η αμεσότητα και το θάρρος μου να χρησιμοποιώ λέξεις, έννοιες και σχήματα λόγου που δεν χρησιμοποιούσαν οι ποιητές μας μέχρι τότε. Αλλά ποιος να ξέρει τι είναι στην πραγματικότητα αυτό που εντυπωσιάζει από ένα ποίημα.

* Εσάς τι σας εντυπωσιάζει στην ποίηση;

Το μεγαλείο. Αυτό που υπάρχει στα ποιήματα του Χέντερλινγκ, του Πάουντ, του Καβάφη, του Σεφέρη.

* Τι προσπαθείτε μέσα από την ποίησή σας;

Προσπαθώ να εκφράσω, με έναν δικό μου τρόπο, αυτά που με έχουν επηρεάσει και που μου έχουν δημιουργήσει μια ωραία αίσθηση. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε την ποίηση για να παραβιάσουμε τα σύνορά μας, να επεκτείνουμε τα όριά μας, να γεμίσουμε το κενό μας, να ολοκληρωθούμε. Η ποίηση δεν προσφέρει γνώσεις, βοηθάει όμως να ξυπνήσει ο άνθρωπος από τον ύπνο της καθημερινότητας και να βρει τον εαυτό του. Είναι λυτρωτική διαδικασία, κυρίως γι' αυτόν που τη γράφει, και επίπονη.

* Είναι όντως "προϊόντα λύσσας, έρωτα και ανάγκης" τα ποιήματά σας;

Ναι, το έχω πει και μη μου ζητάτε να εξηγήσω παραπέρα.

* Έχετε θέσει στον εαυτό σας το ερώτημα του στίχου: "Κάποτε θα τελειώσουν όλα, τι έχεις να πεις τώρα που βλέπεις πια ότι κάποτε θα τελειώσουν όλα;".

Κάποια στιγμή όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι μ' αυτό το ερώτημα, ιδιαίτερα στις ηλικίες που αρχίζουμε να στοχαζόμαστε γύρω από τον θάνατο. Είναι ένα θέμα στενάχωρο ο θάνατος. Αλλά σημασία έχει αν έχεις ζήσει έστω και για λίγο αληθινά. Δικαιώνει όλη την ύπαρξή μας.

* Από το έργο σας ξεχωρίζεται κάποια συλλογή που αγαπάτε ιδιαίτερα;

Τον "Γυμνό ποιητή", γιατί είναι ένα βιβλίο που περιέχει ποίηση εξομολογητική, πολιτική και κοινωνική της πιο ώριμης περιόδου μου. Είναι μια ζωντανή ποίηση, βγαλμένη από μια ζωντανή εποχή. Ήταν η περίοδος που στην Αμερική η beat και ο απόηχος των αντιπολεμικών κινημάτων ήταν ακόμα ζωντανά και ακόμα πιο ζωντανή ήταν η αμφισβήτηση της παραδοσιακής Αριστεράς έξω αλλά και εδώ στην Ελλάδα.

* Την Αριστερά σήμερα την παρακολουθείτε;

Βεβαίως. Είναι μεγάλη η ευθύνη που αναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για την αλλαγή της κοινωνίας στις σκοτεινές υπάρχουσες καταστάσεις και μακάρι να πετύχει στο σκοπό του.

* Η κοινωνία είναι έτοιμη να αλλάξει;

Είναι και δεν είναι, σημασία έχει να αρχίσουν να αλλάζουν τα άτομα μέσα στην κοινωνία.

* Τι θέση έχει η ποίηση σε μια τόσο λερωμένη εποχή σαν τη δική μας;

Πιστεύω και μπορώ να πω πως οι ποιητές είναι οι ακρίτες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ποίηση είναι ένα είδος πνευματικής τροφής για μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων. Είναι αριστοκρατική, η ποίηση και ως ποιότητα απευθύνεται σε ορισμένους, αλλά δεν είναι μόνο για μία ελίτ, αλλά είναι όπως το φως. Όποιο ον έχει μάτια δεν μπορεί να μην το δει.

* Ο Σολωμός και ο Παλαμάς, ο Κάλβος και ο Καβάφης ποια θέση έχουν στον ποιητικό σας στοχασμό;

Ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σεφέρης είναι οι λογοτεχνικοί μου πρόγονοι στην Ελλάδα. Ο Καβάφης είναι μεγάλος, αλλά δεν έχει συνέχεια, είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Κάποιος έχει πει ότι είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος.

* Γράφετε κάτι αυτή την εποχή;

Γράφω, συνεχίζω τα ολιγόστιχα, τα στοχαστικά ποιήματά μου. Συνεχίζω δηλαδή το είδος που έχω αρχίσει από το '98 με το "Διπλανό δωμάτιο". Είναι πιο εσωτερική ποίηση και υπαρξιακή.

* Πως έχετε ονειρευτεί τον κόσμο μας κύριε Πούλιο;

Σε ένα ποίημά μου λέω "βρομάω μοναξιά και ουτοπία". Επομένως η ουτοπία είναι πάντα μπροστά μου.

   Έχοντας δημοσιεύσει το πρώτο του ποίημα στην "Αυγή" το 1961, ο Λευτέρης Πούλιος δωρίζει σήμερα στην εφημερίδα μας και τους αναγνώστες της δυο ανέκδοτα ποιήματά του, ατιτλοφόρητα ακόμα, τα οποία προορίζει για την επόμενη συλλογή του.



Ο κόσμος ένα αχανές μυστήριο

στο χρόνο που καταστρέφει

και στο χρόνο που συντηρεί.

Η γη κινείται με τη δύναμη του χρήματος

και τη βλακεία του κοσμάκη.

------

Συνήθως υπάρχει μια διέξοδος

όμως για μένα βραδιάζει.

Τα λάθη μου πολλά

το χρέος μου μεγάλο

και στο τραπέζι αντίκρυ μου

κάθεται το μηδέν.

Πηγή: Η Αυγή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...