Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η δύναμη της κριτικής σκέψης

Τέοντορ Αντόρνο


   Πριν από 110 χρόνια, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1903, γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη ο Τέοντορ Αντόρνο (1903-1969), ένας από τους πιο σημαντικούς κριτικούς στοχαστές του εικοστού αιώνα, κορυφαίος εκπρόσωπος της περίφημης Σχολής της Φρανκφούρτης. Στη σημασία και την επικαιρότητα της σκέψης του Αντόρνο αναφέρεται το ακόλουθο κείμενο του Ιταλού μελετητή του έργου του, Στέφανο Πετρουτσιάνι. Ο Στέφανο Πετρουτσιάνι είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza και το κείμενό του αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».
Από τον Θανάση Γιαλκέτση
   Οι αναφορές που γίνονται στο έργο του Αντόρνο δεν αρκούν σίγουρα για να αναιρέσουν την εντύπωση ότι πάνω σε αυτόν τον μεγάλο εκπρόσωπο της κριτικής σκέψης του εικοστού αιώνα έχει πέσει τα τελευταία χρόνια ένας πέπλος βαριάς και σχεδόν ολικής σιωπής.
  Στην αδιαμφισβήτητη επιτυχία του ανταγωνιστή του, του Χάιντεγκερ, αντιστοιχεί μια σχεδόν πλήρης λήθη για εκείνον, που υπήρξε αναμφίβολα η πιο ζωντανή και ερεθιστική μεγαλοφυΐα μεταξύ εκείνων που συγκεντρώθηκαν γύρω από τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Και μολονότι αυτή η λήθη είναι από πολλές απόψεις κατανοητή (ακόμη και ως αντίδραση στη μεγάλη διάδοση που είχαν οι θεματικές της Σχολής της Φρανκφούρτης στις δεκαετίες 1960 και 1970), ωστόσο κατέληξε να κρύβει εκείνα τα στοιχεία, χάρη στα οποία ο Αντόρνο θα μπορούσε να είναι ένας στοχαστής πολύ ωφέλιμος ακόμη και στη δική μας συγκυρία. Και επομένως ένας στοχαστής πολύ πιο επίκαιρος από όσο πιστεύεται ότι είναι και από όσο το ισχνό ενδιαφέρον για το έργο του μάς κάνει σήμερα να υποψιαζόμαστε.
  Τη μοναδική επικαιρότητα του Αντόρνο μπορούμε να τη βρούμε ακριβώς στην πνευματική στάση με την οποία αυτός τοποθετείται απέναντι στο παρόν του. Η προοπτική του, πράγματι, είναι εκείνη ενός φιλοσόφου ο οποίος θεμελιώνει μια κριτική άποψη για το παρόν, παρ’ όλο που είναι σταθερά πεισμένος ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη καμιά συγκεκριμένη οδός δράσης ή μετασχηματισμού και ότι επομένως δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα από το να οχυρωνόμαστε στην αδιάλλακτη δύναμη αντίστασης της κριτικής σκέψης, της θεωρίας. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ορίζοντας στον οποίο στοχάζεται ο Αντόρνο εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με εκείνον στον οποίο βρισκόμαστε και ζούμε σήμερα.
  Στην πρόδηλη αδικία και ανορθολογικότητα των δομών εξουσίας, που επικρατούν σε παγκόσμια κλίμακα, αντιστοιχεί η αντίληψη της σχεδόν μοιραίας αδυναμίας να αλλάξουμε αυτές τις δομές ή τουλάχιστον της δραματικής δυσαναλογίας οποιασδήποτε απόπειρας να ασκήσουμε σοβαρή επιρροή πάνω τους. Σε αυτήν την απελπιστική αντινομία ο Αντόρνο απαντάει αναβαθμίζοντας στον μέγιστο βαθμό τη σημασία (ακόμη και την «πρακτική» σημασία) που έχει η κριτική άσκηση της σκέψης, προτείνοντας μιαν ιδέα της φιλοσοφίας ως «κριτικής», η οποία ασκείται τόσο πάνω στους κυρίαρχους τρόπους σκέψης όσο και πάνω στην κοινωνική διάταξη με την οποία αυτοί συνδέονται αδιάσπαστα.
  Στο αμιγώς φιλοσοφικό πεδίο, η κεντρική θέση της κριτικής (ή της «διαλεκτικής», που στον Αντόρνο ταυτίζεται με την κριτική) σημαίνει ουσιαστικά ένα πολύ απλό πράγμα. Σημαίνει ότι η φιλοσοφία αποτυγχάνει τόσο όταν αυταπατάται ότι έχει συλλάβει μιαν υποτιθέμενη πρώτη αρχή ως αφετηρία και ως θεμέλιο, η οποία ξεφεύγει από τις ιστορικές, γλωσσικές και κοινωνικές μεσολαβήσεις (αρκεί να θυμηθούμε τη συνεχή πολεμική του Αντόρνο εναντίον του «Είναι» του Χάιντεγκερ), όσο και όταν, στην αντίπερα όχθη, απαρνιέται την αυστηρότητά της και υποβαθμίζεται, όπως θα συμβεί με το μεταμοντέρνο, σε απλή συντήρηση, σε καθαρή διασκέδαση χωρίς αρχές.
  Η φιλοσοφική κριτική ωστόσο δεν μπορεί να διαχωριστεί στον Αντόρνο από την κριτική της κοινωνίας. Η κριτική τοποθέτηση απέναντι στην κοινωνία δεν σημαίνει ότι πρέπει να αξιολογούμε τις υπάρχουσες κοινωνικές πραγματικότητες με κάποια αρχή ή κάποια κριτήρια που είναι ξένα προς αυτές. Σημαίνει μάλλον ότι πρέπει να συγκρίνουμε τις δεδομένες κοινωνικές σχέσεις με εκείνες τις ιδέες ορθολογικότητας και ελευθερίας που αυτές ισχυρίζονται ότι ενσαρκώνουν, ενώ αντίθετα συνεχώς τις προδίδουν.
  Αποφασιστική σε αυτά τα συμφραζόμενα είναι η έννοια (την οποία ο Αντόρνο επεξεργάζεται εκ νέου εκκινώντας από την πλούσια διαλεκτική παράδοση του Χέγκελ, του Μαρξ, του Λούκατς) της κοινωνίας ως «δεύτερης φύσης», που επιτρέπει στον στοχαστή της Σχολής της Φρανκφούρτης να αναδείξει μια βαθιά αντίθεση: οι κοινωνικές σχέσεις, που, σύμφωνα με την πολιτική φιλοσοφία του κοινωνικού συμβολαίου ή στην οπτική της δημοκρατικής θεωρίας, θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα των ελεύθερων βουλήσεων ορθολογικών ανθρώπων, επιβάλλονται στα άτομα σαν μια ανεξέλεγκτη από αυτά δύναμη, που αρνείται την ελευθερία και τον αυθορμητισμό του ατόμου, άλλοτε με τους ωμούς τρόπους του ολοκληρωτισμού και άλλοτε με εκείνους, τους αρκετά πιο ήπιους, της καταναλωτικής και μιντιακής πειθούς.
  Γι’ αυτό, μακράν του να είναι έκφραση ελεύθερης ορθολογικότητας, η κοινωνία παραμένει μια «δεύτερη φύση». Τα άτομα παραμένουν στο έλεος συντριπτικά υπέρτερων κοινωνικών δυνάμεων με τον ίδιο τρόπο που, στις εποχές που προηγήθηκαν του εκπολιτισμού, οι ανυπεράσπιστοι πρωτόγονοι ήσαν θύματα των ανεξέλεγκτων δυνάμεων της φύσης.
  Αυτό είναι το ιδιόμορφο παράδοξο μιας νεωτερικότητας που προέκυψε από την –από άλλες απόψεις εξαιρετικά γόνιμη– διασύνδεση τεχνικής, βιομηχανίας και καπιταλισμού. Από τη μια μεριά, χάρη σε αυτές τις δυνάμεις οι άνθρωποι σήμερα θα μπορούσαν όλοι να απελευθερωθούν από την υλική ένδεια και από τον φόβο (ο Αντόρνο το τονίζει πολλές φορές και γι’ αυτό κάνουν λάθος εκείνοι που τον θεωρούν εχθρό της τεχνικής και της βιομηχανίας). Από την άλλη όμως, αυτή η δυνατότητα απομακρύνεται όλο και περισσότερο, επειδή οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις συνεχίζουν να αναπαράγονται, λέει ο Αντόρνο, μέσα από τον ανταγωνισμό: σαν να αποτελούσαν μια παραλλαγμένη μορφή του χομπσιανού πολέμου όλων εναντίον όλων, όπου καθένας έχει ριχτεί στην ανταγωνιστική πάλη για την αυτοσυντήρηση και πρέπει να θυσιάζει στον κυρίαρχο μηχανισμό κάθε αυθορμητισμό. Οι άνθρωποι απελευθερώνονται από τον φόβο των φυσικών δυνάμεων μόνο για να υποταγούν πιο σκληρά στην κοινωνική αγωνία. Πώς μπορούμε όμως να σπάσουμε αυτά τα δεσμά; Η σκέψη του Αντόρνο δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά δεν παύει να θέτει αυτό το ερώτημα. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η προσέγγισή του φαίνεται να διαφοροποιείται αρκετά από τη μαρξιστική παράδοση, στην οποία από άλλες απόψεις εγγράφεται ο Αντόρνο.
   Η αρχή της κυριαρχίας, ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άλλο άνθρωπο, που τηρείται στην ανταγωνιστική πάλη της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν είναι κατά τον Αντόρνο ούτε το απλό προϊόν μιας ορισμένης οικονομικής διάταξης, που θα μπορούσε να ξεπεραστεί μαζί με αυτήν, ούτε και κάτι που μπορούμε να πούμε ότι είναι ριζωμένο στην ανθρώπινη φύση (πράγματι, δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στη φύση του ανθρώπου, αλλά σε αυτό που εκείνος έχει γίνει ιστορικά). Εκείνο που έχει ωστόσο σημασία είναι η κατάσταση της ανελευθερίας να αναγνωρίζεται ως τέτοια και να κατονομάζεται με το αληθινό της όνομα. Είναι επίσης αποφασιστικό να κατανοούμε ότι κανένας λόγος δεν μας υποχρεώνει να τη διαιωνίζουμε ή να την απολυτοποιούμε. Ακριβώς επειδή είναι κριτική σε κάθε απόλυτο, η διαλεκτική μάς διδάσκει ότι η ιστορία, όπως και η σκέψη, είναι μια διάσταση ανοιχτή: ανοιχτή στην απειλή της καταστροφής, όπως και στην έκβαση της αληθινής ελευθερίας και αλληλεγγύης.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...