Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Κώστας Βάρναλης: Το φως που καίει

 ... του Βασίλη Αλεξίου


στον Βύρωνα Λεοντάρη


Καίει ακόμα;
  Habent sua fata libelli. Αν, πράγματι, και τα βιβλία έχουν τη δική τους μοίρα, τότε σίγουρα Το Φως που καίει θα πρέπει να είναι το πιο βαριόμοιρο και τυραγνισμένο βιβλίο της νεοελληνικής Γραμματείας. Οι περιπέτειές του γνωστές: θα κατασχεθεί δύο φορές, θα απαγορευθεί, θα καταδικαστεί να καεί (όσο βέβαια μπορεί να καεί ...ένα φως που καίει) «εις το πυρ το εξώτερον» από την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα προπηλακιστεί και θα καθυβριστεί από μορφωμένους κι αδαείς, ενώ ο συγγραφέας του, εξ αιτίας του βιβλίου, θα διωχθεί, θα απολυθεί από τη Μέση Εκπαίδευση και, αργότερα, θα εξοριστεί.
  Δεν θα μιλήσουμε εδώ γι’ αυτές τις περιπέτειες. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως οι «φωτοδιώκτες» φαίνεται να διέγνωσαν με απόλυτη διαύγεια το «ιερόσυλο», ανατρεπτικό και καρναβαλικό στοιχείο της βαρναλικής ποιητικής, ίσως, περισσότερο ακόμη και από τους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του ποιητή. Και, φυσικά, οι διώξεις αυτές δεν ήταν απλώς προϊόν μικρόνοιας ή υπερβάλλοντος φανατισμού (όπως συνηθίζουν να λένε οι εκ των υστέρων «εξημερωμένες» και τάχαμου «ψύχραιμες» αναθεωρητικές επαναναναγνώσεις του παρελθόντος), αλλά μιας συγκεκριμένης στοχοθεσίας ανάλογης με αυτήν που λέγεται πως διατύπωσε ο εισαγγελέας στη δίκη του Αντόνιο Γκράμσι, όταν δήλωνε ότι «πρέπει να κάνουμε αυτό το μυαλό να πάψει να σκέφτεται». Στοχοθεσία που, αφήνοντας στην άκρη τα ηρωικοπρεπή και ποιητικοπρεπή, στην περίπτωση του Βάρναλη κατά κάποιο βαθμό ευοδώθηκε, αφού ένας από τους λόγους για την αποχή του Βάρναλη από τη δημιουργία μειζόνων συνθέσεων (όπως αυτές της δημιουργικής του δεκαετίας τού 1920) είχε να κάνει και με τις συνέπειες αυτών των διώξεων.
  Έχει ειπωθεί συχνά πως Το Φως που καίει είναι το πρώτο έργο στρατευμένης λογοτεχνίας στα νεοελληνικά γράμματα, μια πρόταση εν μέρει σωστή. Λέμε «εν μέρει» γιατί τόσο οι παλαιότερες (προκαπιταλιστικές) μορφές τέχνης όσο και η πρότερη ή συγκαιρινή στα πρώτα λογοτεχνικά βήματα του Βάρναλη νεοελληνική λογοτεχνία ενείχε έναν ιδιότυπο «στρατευμένο» χαρακτήρα, διαφορετικής φυσικά υφής και μορφής. Γιατί τι άλλο από στρατευμένη τέχνη είναι η παλαιότερη θρησκευτική ποίηση, η επική ποίηση εξύμνησης ηρώων και βασιλιάδων, η εθνικοδιαπαιδαγωγητική ποίηση της παλαμικής Φλογέρας του Βασιλιά, ή, ακόμη, τα ηθικοδιδακτικά ποιήματα των ποικίλων Χρηστοηθειών του στυλ «Αγαπάτε τα άνθη αγαπάτε τα δάση...» ή «Ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καϋμένα...»; Το διαφορετικό στην περίπτωση του Βάρναλη δεν είναι τόσο ότι η λογοτεχνία του μετά τη μεταστροφή του έρχεται να ταχθεί στην υπηρεσία της μαρξιστικής ιδεολογίας, όσο ο υψηλός βαθμός συνειδητότητας αυτής της επιλογής, των ορίων, των αποριών της ή, ακόμη, των αδιεξόδων της (αφού η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο, πάρεξ το γινόμενο των αδιεξόδων της). Συνειδητότητα που ενισχύεται από την –θεμελιωμένη σε «θεωρία και μελέτη»– επιστημονική και την (εκ των ένδον) ποιητική γνώση του Βάρναλη σε σχέση με την κοινωνική θέση και λειτουργία της τέχνης στο πλαίσιο του κατεστημένου καταμερισμού εργασίας. Όμοια ή, μάλλον περισσότερο και φιλοσοφικότερα από τον Καρυωτάκη, ο Βάρναλης «θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους της ποίησης»[1]. Μόνον που ο ίδιος δεν θα μείνει σε μια κλασικά ρομαντική ή μεταρομαντική διαπίστωση για την κοινωνική αχρήστευση της τέχνης σε σακάτικους και μικρόψυχους καιρούς (στο πώς δηλαδή το μοναχικό και ευαίσθητο ποιητικό υποκείμενο «ακούει» τον κοινωνικό αντίλαλο της φωνής του σε «βάραθρα αγριωπά» που δεν φαίνεται να παράγουν ούτε ηχώ ούτε αντήχηση), αλλά θα αποπειραθεί να συλλάβει, όπως με ενάργεια και τραχύτητα αναδεικνύει η «Τρίτη εξαΰλωση»[2] στο Φως που καίει, τη βαθύτερη νομιμοποιητική χρησιμότητα αυτής της δήθεν ανιδιοτελούς άσκοπης σκοπιμότητας. Και εκεί θα προσπαθήσει να θεμελιώσει τη δική του ποιητική ή, σωστότερα, «αντιποιητική».
    Λέμε «αντιποιητική», γιατί καταρχάς συμφωνούμε με τη διαπίστωση του Βύρωνα Λεοντάρη ότι «χωρίς να διακηρύσσει πουθενά ο Βάρναλης ότι ‘δεν είναι ποιητής’ είναι ο πιο αντιποιητής από όλους τους Έλληνες ποιητές»[3], συμπληρώνοντάς την, όμως, με δύο επιμέρους παρατηρήσεις. Η πρώτη, παράφραση μιας πρότασης από την Αισθητική Θεωρία του Τέοντορ Αντόρνο: «η τέχνη διέπει και τα έργα που την αρνούνται»[4], με τον ίδιο τρόπο που η Fountain(«Κρήνη» ή «Ουρητήριο») του Marcel Duchampενσωματώθηκε, μνημειώθηκε (σωστότερα θα ήταν εντεχνίστηκε) έστω και ως μουσειακό ή συλλεκτικό αντικείμενο. Η δεύτερη παρατήρηση συνδέεται με τις λέξεις «αντιποιητής» και «αντιποίηση», αφού αυτές θα πρέπει να κατανοηθούν και με τη δεύτερη σημασία τους, όπως δηλαδή διαβάζονται στην έκφραση «αντιποίηση αρχής». Γιατί, στην ουσία, σχεδόν όλες οι μείζονες συνθέσεις του Βάρναλη, όπως και πολλές μεταγενέστερες παρωδιακές μεταπλάσεις του κλασικών ποιημάτων, εμφανίζονται ως προϊόν μιας «αντιποίησης αρχής» και μιας συνειδητής πράξης «υπεξαίρεσης». Μην έχοντας δηλαδή ο ίδιος μια συγκροτημένη παράδοση που πάνω της θα μπορούσε να στηριχθεί, παρά μόνο, όπως και άλλοτε είπαμε, μια μπουκωμένη με καταπίεση σιωπή, ρινίσματα απόκρυφου καρναβαλικού γέλιου και λιγοστά θραύσματα ετερολογίας, θα προχωρήσει σε μιαν «ανακύκλωση», όπως την χαρακτηρίζει ο Γιάννης Δάλλας, έτοιμων παλαιότερων μορφών, όπου θα προσπαθήσει να ενέσει τις νέες του ιδεολογικές και ποιητικές στοχεύσεις. Μάλιστα, όπως εύκολα μπορεί να αναδείξει μια βαθύτερη ανάγνωση (σαν αυτή του Δάλλα) καθώς επίσης και μια εντρύφηση στο Αρχείο του Βάρναλη, στο Φως που καίει θα ανακυκλώσει ή, σωστότερα, θα εντοιχίσει και υλικά από προηγούμενες ποιητικές του φάσεις. Έτσι, στην ουσία, το έργο εμφανίζεται όπως εκείνες οι παλιακές χριστιανικές εκκλησίες στις οποίες κανείς βλέπει, ανάμεσα σε πλήθος άλλων υλικών, αρχαία κιονόκρανα ή ανάπηρα μέλη από την γκρεμισμένη «καλύβην» των παλαιών, κυνηγημένων, ερειπιωμένων πια, Θεών.
   Με τον ίδιο τρόπο, από πολύ παλαιότερα έρχεται, όπως είχε παρατηρήσει ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, και ο μαρξισμός του Βάρναλη, ορμώμενος περισσότερο από τον απωθημένο Μαρξ του Φόυερμπαχ παρά από τον καθιερωμένο Μαρξ του Άνταμ Σμιθ και του Σαιν Σιμόν[5]. Όπως παρατηρεί ο Θανάσης Γκιούρας μιλώντας για τις απηχήσεις της φοϋερμπαχιανής φιλοσοφίας στην νεοελληνική σκέψη: «στο μεσοπολεμικό ποιητικό έργο του Κώστα Βάρναλη, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν αναδεικνύονται απλώς ως αντεστραμμένες ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά αφενός διευρύνουν με γλαφυρό τρόπο το πεδίο ανάλυσης των ανθρωπίνων αισθήσεων και αισθημάτων ενώ αφετέρου εμπλέκονται σε ιδιαζόντως ύποπτες σχέσεις με τους όρους της ταξικής αντιπαράθεσης»[6]. Σίγουρα η μελέτη αυτής της αντιστρεπτικής ποιητικής δράσης (το «αναποδογύρισμα» του κόσμου και της κατεστημένης εικόνας του, κάτι ανάλογο με την μπρεχτικήVerfremdung) καθώς επίσης και η διερεύνηση των πράγματι «ιδιαζόντως υπόπτων σχέσεων με τους όρους της ταξικής αντιπαράθεσης» θα χρειάζονταν πολύ περισσότερο χρόνο και χώρο. Εδώ απλώς θα παραθέσουμε ένα μικρό απόσπασμα από το παραπάνω βιβλίο, που μπορεί να φωτίσει, έστω και αμυδρά, αυτές τις φοϋερμπαχιανές ανταύγειες πάνω στο Φως που καίει: «Όπως ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ουσία του ανθρώπου, αποκαθαρμένη από αυτό που εμφανίζεται στο ανθρώπινο άτομο ως φραγμός, ως δεινό, είτε στο αίσθημα είτε στη σκέψη: έτσι και το Επέκεινα δεν είναι τίποτα άλλο από το Εντεύθεν, απελευθερωμένο από αυτό που εμφανίζεται ως φραγμός, ως δεινό»[7].
   Τα παραπάνω μάς οδηγούν κατευθείαν σε αυτό που (σωστά ή λάθος) ονομάστηκε «επαναστατικότητα» στην ποίηση του Βάρναλη. Συνομιλητής μας, και εδώ, ένα απόσπασμα, από ένα δοκίμιο του Βύρωνα Λεοντάρη, που μιλάει ακριβώς για την ποίηση του Βάρναλη: «Δεν έχει νόημα ένας χαρακτηρισμός της ποίησης αυτής ως ‘επαναστατικής’ ή όχι. Και γενικά κάθε φλυαρία για ‘επαναστατικότητα’ της ποίησης, αν δεν αποτελεί συγκάλυψη μιας αντεπαναστατικότητας, είναι καθαρή πλάνη. Επαναστατική είναι μόνο η πράξη ως χαίνουσα πληγή· η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, είναι έκκριμά της, ανήκει πάντα στον δεύτερο όρο της αντίφασής της. Κι όταν δεν είναι αντεπανάσταση, δεν σημαίνει πως είναι επανάσταση. Γι’ αυτό πάντοτε η ποίηση δίνει μια εικόνα του κόσμου ανάπηρη και απόμαχη. Επαναστατική ποίηση θα μπορούσε να ήταν μια μη-ποίηση, μια ποίηση στη στιγμή ακριβώς που παύει να υπάρχει, μια γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο»[8]. Καταρχάς, δεν είναι ανάγκη να προσφύγουμε στις ποικίλες, μπουρδουκλωμένες ή μη, θεωρίες περίSpeech Acts για να υποστηρίξουμε πως και η ποίηση είναι πράξη, κάτι που ο Λεοντάρης το ξέρει καλύτερα από εμάς και μας το έχει πει σοφά, και με την αισθαντική θεωρία του[9] και με την καίρια και ακέραια ποιητική του πράξη. Η ποίηση είναι πράξη τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και σε αυτό της πρόσληψης, ακόμη και αν γράφεται για να «γράψει» ή να «γραφτεί» στην ψυχή έστω και ενός μόνον μοναχικού, «υποκριτή» ή ανυπόκριτου, αναγνώστη. Αυτό, εξάλλου, το γνώριζε καλά και το υπενθύμιζε και ο ίδιος ο Βάρναλης με το μόττο «Εν αρχή ην η τάσις προς πράξιν» του Charles Lalo, στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Φωτός που καίει (που θα αφαιρεθεί στη δεύτερη).
   Το επαναστατικό, λοιπόν, στον Βάρναλη (επαναστατικό, όχι, βέβαια, με την έννοια ότι οι στίχοι του είχαν την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσαν να ανατρέψουν καθεστώτα, αλλά με το ότι ξύστριζαν το σανίδωμα της λογοτεχνίας κόντρα στα νερά του, για να παραφράσουμε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν) δεν έχει να κάνει μονάχα με αυτό που λέμε περιεχόμενο. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε αυτή την πλευρά, όπως καθόλου δεν την υποτίμησαν αυτοί που καταδίωξαν τον Βάρναλη, γιατί, σίγουρα, δεν τον απέλυσαν, επειδή προτιμούσε στην ποίησή του –λέμε τώρα στην τύχη– τις οκτάβες από τις τερτσίνες. Έτσι κι αλλιώς, το ξέρουμε πια, πως η ποίηση –όπως και το γέλιο, το παράδοξο ή το παράλογο– έχει τη δική της «αλήθεια», πολλές φορές πολύ δραστικότερη, ακριβώς όταν δεν έχει την αλαζονική αξίωση να επιβληθεί ως Αλήθεια. Κι ούτε είναι το μόνο επαναστατικό στον Βάρναλη το ότι έθεσε την τέχνη στην υπηρεσία μιας «θύραθεν» στοχοθεσίας (όπως είπαμε παραπάνω και άλλοι το είχαν κάνει για αλλότριους βέβαια σκοπούς), αλλά το εξαιρετικό καθεστώς αυτογνωσίας της κοινωνικής θέσης και της λειτουργίας της λογοτεχνίας (παράλληλο και αντίδρομο ταυτόχρονα με αυτό του Καρυωτάκη) που τον οδηγεί σε αυτή την έντονα αντιαισθητικιστική σύλληψή της. Με άλλα λόγια, υπερβαίνοντας ναρκισσιστικές αυτομυθεύσεις και ψευδαισθησιακές δοκιμές νάρκης του άλγους ο Βάρναλης βλέπει τη λογοτεχνία, ίδια όπως ο Μπρεχτ, «σαν ανθρώπινη πρακτική, με ειδικές ιδιαιτερότητες, δική της ιστορία, αλλά βασικά σαν πρακτική ανάμεσα σε άλλες και σε σχέση με άλλες»[10]. Και είναι ακριβώς αυτό που κάνει αυτή την «βιωματική-προϊδεολογική, αντιστρεπτική ποίηση», όπως παρατηρεί ο Λεοντάρης, να μην «υπάρχει ούτε [να] νοείται χωρίς την αναφορά της σε άλλη ποίηση που την αναιρεί, και χωρίς το αίτημα ανατροπής του κόσμου»[11]. Από εδώ, λοιπόν, πηγάζει αυτός ο βέβηλος συμφυρμός τού πάνω και του κάτω, του λυρισμού και της σάτιρας, «της ιεροσυλίας και του ξεσυνερίσματος», της «καβαλίνας και του ροδακινανθού», της «αρχαιογνωσίας που μαζί με την κοροϊδία χορεύουν τον καρσιλαμά», όπως τόσο εύστοχα και στοχαστικά θα συμπυκνώσει, με αυτές τις σπαργανωμένες σε εισαγωγικά λέξεις, την ουσία της βαρναλικής ποιητικής (γράφοντας για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη) ο Κωστής Παλαμάς. Ένας συμφυρμός που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βασανιστικά και βασανισμένα διαλεκτική απόπειρα απάντησης του Βάρναλη σε πλήθος αποριών που ακόμη και σήμερα μας κατατρέχουν και μας κατατρύχουν, όπως η δυσκολία τού να γράφεις για τους πολλούς, αλλά κατ’ ανάγκην με τους τρόπους των λίγων, να μιλάς για τον Λαό (που, στο «Τραγούδι» του, μαζί με τη Στεριά και τη Θάλασσα «αφεντικό δεν έχουνε κι αφεντικού ιστορία») ξέροντας πως, έτσι γενικά και εκ των άνω, «“μια τέχνη για τον λαό”, είναι μια τέχνη ενάντια στον λαό»[12], ο αγώνας για την ποιητικοποίηση «του θεϊκού ήτοι του ανθρώπινου Πάθους», η απόπειρα, τέλος, για την αισθητική μεταγλώττιση μιας βάναυσα «αντιαισθητικής» κι επώδυνα «αναίσθητης» Ιστορίας που βρίσκεται και η ίδια σε καθεστώς βαθύτατης κρίσης, πασχίζοντας με το τρεμάμενο «φως που καίει» της ποίησης (ίδιο σαν το αφτούμενο κεράκι τουΕρωτόκριτου) να τραγουδήσεις τους «σκοτεινούς καιρούς» ζώντας σε «καιρούς σκοτεινούς»[13].
    Αποσώνοντας: σίγουρα υπάρχουν κάμποσοι λόγοι για να μην «αρέσει», στις μέρες μας, η ποίηση του Βάρναλη, όπως η εμμονή του στη ορθόδοξη ψυχαρικιά δημοτική, η ανυπέρβλητη «σκιά του Παλαμά» στη σύλληψη της ιδανικής ποιητικής σύνθεσης, ο ηχηρός, υψιπετής και εκφραστικά δύσκαμπτος σικελιανισμός του, η δυστοπική και δυσφορική σύλληψη της εγκόσμιας «μάβρης κόλασης» και των «μάβρων κολασμένων» της. Και, όμως, αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι μας άφησε μερικά από τα πιο εξαίσια λυρικά και σατιρικά ποιήματα της λογοτεχνίας μας, υπάρχει ένας βαθύτερος «σκληρός πυρήνας» στη βαρναλική ποιητική που αντέχει επίμονα και διατηρείται αμετανόητα ζωντανός. 
   Ένας «σκληρός» πυρήνας που, για την περιγραφή του, θα μπορούσε κάποιος με ασφάλεια να επιστρατεύσει την εικόνα από εκείνον τον καρυωτακικό «Μιχαλιό». Θέλω να πω ότι, σαν εκείνο το «μακρύ» κι ατσούμπαλο μιχαλιένιο «ποδάρι», η ποίηση του Βάρναλη όλο και θάβεται σε λάκκους που τους σκεπάζουν, ανάλογα με την περίσταση, χώμα, αναθέματα, λιβάνι, μαδημένα ανθοπέταλα ή μια διπλωματικά ξεπεταχτική συγκαταβατικότητα, και όλο και ξεπροβάλλει, με τις πρώτες κιόλας βροχούλες, αιμάσσουσα, αντιφατικά ζωντανή, προκλητική, απορητική.
    Αυτό, λοιπόν, που πάνω απ’ όλα καίει στο Φως που καίει είναι οι πυρέσσουσες απορίες από τις οποίες γεννήθηκε και οι άλλες που το ίδιο γέννησε και που, ακόμη, συνεχίζουν να τσουρουφλίζουν τα σύνορα της ποιητικής γνώσης και τα ματοτσίνορα της ανάγνωσης σε έναν σκοτεινό κόσμο που επιμένει να παραμένει –αδιόρθωτα, αδιέξοδα και ακόμη πιο γερασμένα– «ανάποδος».

Ο Βασίλης Αλεξίου διδάσκει Θεωρία της λογοτεχνίας στο ΠΤΔΕ του ΑΠΘ

[1] Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», Κείμενα για την ποίηση, Αθήνα 2001, Νεφέλη, σ. 20.
[2] Η οποία, βέβαια, θα πρέπει να διαβαστεί εκ παραλλήλου και συμπληρωματικά με τους στίχους 45-60 απ’ «Το τραγούδι του Λαού».
[3] «Στο δεύτερο όρο της αντίφασης», ό. π., σ. 63.
[4] Η ακριβής φράση του Αντόρνο: «Η ιστορία διέπει και τα έργα που την αρνούνται», Αισθητική Θεωρία, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Αθήνα 2004, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 55.
[5] Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «Το όραμα και η άρνηση. Σικελιανός και Βάρναλης», Αναφορές, Αθήνα 2007, 2η εκδ., Έρασμος, σ. 41.
[6] «Ο Ludwig Feuerbach και η ανθρωπολογική κριτική στο Χριστιανισμό», Επίμετρο στο Ludwig Feuerbach, Η ουσία του Χριστιανισμού – Η ουσία της θρησκείας, (μτφρ.-επιμ. Θ. Γκιούρας) Αθήνα 2012, εκδ. ΚΨΜ, σ. 453.
[7] Feuerbach, ό. π., σ. 201.
[8] «Στον δεύτερο όρο της αντίφασης», ό. π., σ. 65.
[9] Πρβλ., ανάμεσα σε πολλά άλλα: «Η γραφή δεν γράφει μόνο. Γράφει και γράφεται. Γράφει σημασίες και γράφεται ως συμβάν και πράξη, ως δρώμενο», «Σημειώσεις για την ποιητική γραφή», ό. π, σ. 202.
[10] Μπέρτολτ Μπρεχτ, Για το ρεαλισμό, μτφρ. Λουκία Κοντή, Αθήνα 1990, Σύγχρονη Εποχή, σ. 177.
[11] «Στον δεύτερο όρο της αντίφασης», ό. π., σ. 63.
[12] Βύρων Λεοντάρης, «Ποίηση “για το κοινό”: Ποίηση ενάντια στο κοινό», ό. π., σ. 214.
[13] «In den finsteren Zeiten / wird da auch gesungen werden? / Da wird auch gesungen werden. /Von den finsterenZeiten» («Στους σκοτεινούς καιρούς / θα τραγουδάνε ακόμα; / Ναι, θα τραγουδάνε ακόμα. / Για τους σκοτεινούς καιρούς», Μπέρτολτ Μπρεχτ, μόττο στη δεύτερη σειρά των Schwendborger Gedichte.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...