Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Σχολείο και πολιτισμός

Οι απόψεις και οι προτάσεις του Pierre Bourdieu

... της Μαριάνθης Μπέλλα




    Η συμβολή του Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu στη μελέτη της εκπαίδευσης είναι τεράστια και δεν μπορεί ούτε να παρουσιασθεί, αλλά ούτε και να αποτιμηθεί συνολικά σε ένα σύντομο κείμενο. Όμως, ένα σημείο που έχει ιδιαίτερη αξία στις αναλύσεις και τις προτάσεις του Bourdieu είναι η σχέση του σχολείου με τον πολιτισμό, όπως την αναδεικνύει ο Γάλλος κοινωνιολόγος. Η σχέση του σχολείου με τον πολιτισμό βασίζεται στη θεωρητική επεξεργασία των βασικών εννοιών που εισήγαγε ο Bourdieu στις κοινωνικές επιστήμες.
   Σκοπός του άρθρου είναι μέσα από την παρουσίαση των βασικών σημείων της σκέψης του Γάλλου κοινωνιολόγου για τη σχέση του σχολείου με τον πολιτισμό να θέσουμε έναν προβληματισμό για το περιεχόμενο της κυρίαρχης παιδαγωγικής και της καθημερινής διδακτικής πράξης στο σχολείο, στο πλαίσιο του κριτικού αναστοχασμού των εκπαιδευτικών.
  Για να κατανοήσουμε τη σχέση σχολείου και πολιτισμού στη σκέψη του Γάλλου κοινωνιολόγου πρέπει καταρχάς να καταλάβουμε τη βασική θέση του Bourdieu σχετικά με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Ο Bourdieu προσπάθησε να θεμελιώσει μια «κοινωνιογενετική» ανθρωπολογία, όπου ο άνθρωπος ερμηνεύεται ως προϊόν του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει και δραστηριοποιείται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου αποτελεί ένα μηχανιστικό αποτέλεσμα της επίδρασης των κοινωνικών παραγόντων και των κοινωνικών δομών. Ο Bourdieu εμπλουτίζει την ανάλυση του με την έννοια της έξης (habitus), η οποία αποτελεί τη βασική έννοια της «ανθρωπολογίας» που εγκαθίδρυσε. 
   Το habitus (έξη) είναι, σύμφωνα με τον Bourdieu (1999: 70): «σύστημα διαθέσεων που αποκτήθηκαν από άρρητη ή ρητή μαθητεία που λειτουργεί ως ένα σύστημα γενετήριων σχημάτων, γεννά στρατηγικές που μπορεί να είναι αντικειμενικά σύμφωνες προς τα αντικειμενικά συμφέροντα των δημιουργών τους, χωρίς να έχουν γίνει σαφώς αντιληπτές με αυτόν τον σκοπό». Πρόκειται για την προδιάθεση του ατόμου που δημιουργείται διαμέσου διαφόρων εκκοινωνισμών του παρελθόντος, η οποία λειτουργεί ως σύστημα των γενεσιουργών σχημάτων που φέρουν στο παιχνίδι όσοι συμμετέχουν σε αυτό (Μουζέλης 2000: 178). Όπως επισημαίνει και ο Christian de Montlibert (1998: 228) η έξη συνιστά δομηθείσα δομή που είναι προδιατεθειμένη να λειτουργήσει ως δομούσα δομή, να παράξει πρακτικές και παραστάσεις, αποτελεί σύστημα διαθέσεων που γεννά στρατηγικές, οι οποίες μπορεί να είναι και ασυνείδητες. Η έξη είναι ένα είδος πρακτικής αίσθησης για αυτό που κάνει κάποιος σε μια δεδομένη κατάσταση. Κατά συνέπεια, η έξη αποτελεί το «φίλτρο» και παράλληλα τον «αποκωδικοποιητή» των κοινωνικών ερεθισμάτων – μηνυμάτων και ταυτόχρονα είναι η ίδια ιστορικό δημιούργημα των κοινωνικών συνθηκών.
    Η έννοια του πεδίου είναι η δεύτερη βασική έννοια που εισήγαγε ο Bourdieu και η οποία στη μελέτη του σχολείου διαφοροποιεί την οπτική του από την οπτική του δομισμού της γαλλικής κοινωνιολογίας. Τα σχολεία δεν είναι μηχανισμοί - όπως υποστηρίζει ο δομικός μαρξισμός του Althusser - είναι πεδία (champs). Ένα πεδίο ή αγορά μπορεί να θεωρηθεί ένας συγκροτημένος χώρος θέσεων, στον οποίο οι θέσεις και οι αμοιβαίες σχέσεις τους καθορίζονται από την κατανομή διαφορετικών πόρων ή κεφαλαίου (Bourdieu 1996: 45). Το πεδίο συνιστά διακύβευμα, ένα χώρο που οι αντιθέσεις, η σύγκρουση και η εσωτερική πάλη αποτελούν τα χαρακτηριστικά του (Bourdieu 1999: 65). Το σχολικό σύστημα δεν είναι ιδεολογικός μηχανισμός αλλά πεδίο. Μπορεί οι μαθητές να εισέρχονται στο σχολείο με κάποιο habitus, την έξη, που έχουν κληρονομήσει μέσω της ωσμωτικής διαδικασίας κοινωνικοποίησης στην οικογένεια τους, όμως το σχολείο μπορεί να προσθέσει σε αυτή την έξη, να την τροποποιήσει, να την αξιολογήσει θετικά ή αρνητικά, ή, τέλος, να σταθεί εντελώς αδιάφορο απέναντί της.
   Να επισημάνουμε εδώ ότι ωσμωτική μάθηση θεωρεί ο Bourdieu (1996: 73) όλα αυτά που μαθαίνει ο μαθητής από την οικογένειά του, όχι με προσπάθεια ή ως αποτέλεσμα κάποιας συστηματικής αγωγής, αλλά λόγω της καθημερινής του επαφής με την κουλτούρα των γονιών του και τα αντικείμενα αυτής της κουλτούρα (βιβλία στο σπίτι, τρόπος ομιλίας, διακοπές, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, μουσική).
   Το σχολείο συνεχίζει την κοινωνικοποίηση, το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό. Δεν είναι στατικός θεσμός που παραλαμβάνει το habitus των μαθητών και το αξιολογεί. Δεν είναι μόνο χώρος όπου ο μαθητής θα παίξει ρόλους με τους τρόπους που υπαγορεύει η έξη του, προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τη φοίτησή του. Το σχολείο μπορεί να δράσει και δρα διαμορφωτικά στο μαθητή.
  Το σχολείο δεν δίνει μόνο βαθμούς. Σχεδιάζει επίσης δρομολόγια για τη σκέψη. Τα νοητικά και γλωσσικά κυρίαρχα πρότυπα οριοθετούν μια περιοχή με υποχρεωτικές στροφές, λεωφόρους και τυφλά αδιέξοδα. Μέσα σ’ αυτή την περιοχή, η σκέψη μπορεί να ξεδιπλώνεται με την εντύπωση της ελευθερίας και του αυτοσχεδιασμού, διότι τα προγραμματισμένα δρομολόγια...είναι τα μόνα που έχει περπατήσει πολλές φορές (Bourdieu στους Reynolds and Skilbeck 1976: 37)
   Το σχολείο, σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο, μπορεί να υιοθετήσει μια ορθολογική παιδαγωγική, που θα ενεργοποιούσε τα πάντα για να εξουδετερώσει μεθοδικά και συνεχώς, από το Νηπιαγωγείο ως το Πανεπιστήμιο, τη δράση των κοινωνικών παραγόντων της πολιτισμικής ανισότητας και να βοηθήσει τους μαθητές που προέρχονται από τα λιγότερο προνομιούχα στρώματα (Bourdieu 1996: 150).
   Για τα άτομα που προέρχονται από τα λιγότερο προνομιούχα στρώματα, το σχολείο παραμένει η μία και μοναδική οδός πρόσβασης στην κουλτούρα, και αυτό συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, κατά συνέπεια, θα αποτελούσε τη βασιλική οδό για τον εκδημοκρατισμό της κουλτούρας αν δεν καθιέρωνε, με το να τις αγνοεί, τις αρχικές ανισότητες στο ζήτημα της κουλτούρας. (Bourdieu 1996: 73)


  Ο Bourdieu μέσα από αυτή τη συλλογιστική προτείνει μια διαφορετική πολιτική εκπαίδευσης ή καλύτερα μια διαφορετική πολιτική παιδείας, η οποία θα αποτελέσει τους όρους για τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής και πολιτισμικής Ευρώπης. Το σχολείο και ο πολιτισμός είναι δύο επάλληλοι κύκλοι, όπου ο ένας αναπτύσσεται μέσα στον άλλο και τον τροφοδοτεί. Το πεδίο του σχολείου πρέπει να αλλάξει στις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις του. Ο μαθητής που εισέρχεται μέσα στο σχολείο των εξετάσεων, των βαθμών, του ανταγωνισμού και του ενός και μοναδικού εγχειριδίου, μπαίνει αυτομάτως σε ένα πεδίο, οι νόρμες του οποίου «χαράσσουν δρομολόγια για τη σκέψη» και παράλληλα παράγουν έξεις και διαθέσεις. Από ένα σχολείο της μετρήσιμης αποτελεσματικότητας και των βαθμών πρέπει να περάσουμε σε ένα σχολείο του πολιτισμού και της έρευνας. Αυτή είναι και η βασική πρόταση του Bourdieu που διαπερνά ως εναλλακτικός τρόπος σκέψης τα αναλυτικά προγράμματα, τα βιβλία και τις διδακτικές πρακτικές των εκπαιδευτικών.
   Στη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας, για παράδειγμα, η πρόταση του Bourdieu οδηγεί στην εγκατάλειψη των μονολιθικών και προσανατολισμένων στη διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού διδακτικών μεθόδων, στην πρόταξη των επικοινωνιακών μεθόδων που αντιμετωπίζουν τη γλώσσα ολιστικά, στη θεώρηση της γλώσσας ως βασικής πολιτισμικής συνιστώσας και κατά συνέπεια στη διδασκαλία της μέσω του πολιτισμού και των πολιτισμικών δραστηριοτήτων (θέατρο, λογοτεχνία, κόμικς, εφημερίδες, περιοδικά). Αυτή η θεώρηση ευνοεί και τη συνεργασία με άλλες ειδικότητες στη βάση θεμάτων (issues based), τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να συνεργασθούν μέσα στο σχολείο για να παράξουν κάποιο μαθησιακό αποτέλεσμα.
   Ένα τέτοιο σχολείο δημιουργεί διαφορετικής ποιότητας «ωσμώσεις» και παραπέμπει σε ένα «αναλυτικό πρόγραμμα διεργασιών» όπως το έχει περιγράψει ο Stenhouse στο οποίο «η κατανόηση ορισμένου τύπου γνώσης μοιάζει περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο κάποιος μαθαίνει μια χώρα παρά με τον τρόπο που ανεβαίνει μια σκάλα» (Stenhouse 2003: 55).
  Οι απόψεις του Pierre Bourdieu συνιστούν παραφυάδα μιας ολόκληρης παράδοσης σκέψης που σημάδεψε την ευρωπαϊκή κοινωνική επιστήμη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η οποία ανακόπηκε από την εισβολή και επικράτηση του ναζισμού στο ακαδημαϊκό πεδίο και του αμερικάνικου δομολειτουργισμού μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος έχει σήμερα κυριαρχήσει ως λογική και στην εκπαίδευση (μαθαίνω είναι να απαντώ σε τεστ δεξιοτήτων). Η γνωριμία με το έργο του είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ, καθώς οι νεοσυντηρητικές μεταρρυθμίσεις μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της εκπαίδευσης από τις πολιτισμικές πρακτικές στις πιστοποιητικές διαδικασίες. 

Βιβλιογραφία

Bourdieu, P. (1996). Οι Κληρονόμοι. Οι φοιτητές και η κουλτούρα. (Εισαγωγή: Ν. Παναγιωτόπουλος,. μετάφραση: Ν. Παναγιωτόπουλος - Μ. Βιδάλη). Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου – Καρδαμίτσας. 

Bourdieu, P. (1999). Κείμενα Κοινωνιολογίας (παρουσίαση–επιμέλεια: Ν. Παναγιωτόπουλος). Αθήνα: Στάχυ.

Bourdieu, P. (2002). Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης (μετάφραση: Κ. Καψαμπέλη, πρόλογος: Ν. Παναγιωτόπουλος). Αθήνα: Πατάκης.

Montlibert, C. (1998). Εισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική. (μετάφραση: Κ. Διαμαντάκου, Εισαγωγή: Ν. Παναγιωτόπουλος). Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου - Καρδαμίτσας. 

Μουζέλης, Ν. (2000). Η κρίση της κοινωνιολογικής θεωρίας: τι πήγε λάθος; (μετάφραση Β. Καπετανγιάννης). Αθήνα: Θεμέλιο.

Παναγιωτόπουλος Ν. (2004). Για την εκπαίδευση του μέλλοντος. Οι προτάσεις του Πιερ Μπουρντιέ. (Επίμετρο:J.-Cl. Passeron). Αθήνα: Νήσος.

Reynolds, J., & Skilbeck, M. (1976). Culture and the Classroom. London: Open Books.

Stenhouse, L. (2003). Εισαγωγή στην έρευνα και την ανάπτυξη του αναλυτικού προγράμματος, μετάφραση Σ. Τσάπελης, Αθήνα: Σαββάλας.


Πηγή: CriticEdu
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...